Φευγούσης, φησί, τῆς ἐκκλησίας εἰς τόπους ἀβάτους τὴν τοῦ πλάνου ἔφοδον ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, δηλαδὴ ἐκ προστάγματος, ὀπίσω αὐτῆς ὕδωρ ποταμηδόν, τουτέστιν ἀθέων ἀνδρῶν ἢ πονηρῶν δαιμόνων ἢ ποικίλων πειρασμῶν πλῆθος κατ’ αὐτῆς ἐξελεύσεται, ὅπως αὐτὴν δουλώσηται. ἡ δὲ γῆ, φησίν, ἐβοήθησεν αὐτῇ ἢ τῷ τῆς ὁδοῦ μήκει καὶ τῇ τῶν τόπων ἀνυδρίᾳ καὶ ξηρότητι τὰς τῶν πονηρῶν ὁρμὰς ἐπέχουσα καὶ τὸν ἐκ τῶν πειρασμῶν ποταμὸν τούτου χάριν καταπίνουσα, ἢ τῇ ταπεινοφροσύνῃ τῶν ἁγίων λεγόντων ἐνδιαθέτως· «ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδὸς» πάσας τοῦ διαβόλου τὰς παγίδας καταργοῦσα, ὡς τῷ θείῳ Ἀντωνίῳ εἴρηκεν ὁ ἄγγελος.
Μετάφραση
Όταν καταφεύγει, λέγει, η Εκκλησία σε απάτητους τόπους αποφεύγοντας την επίθεση του πλάνου, θα εξέλθει πίσω της από το στόμα του, δηλαδή με πρόσταγμά του, νερό σαν ποτάμι, τουτέστιν ένα πλήθος εναντίον της από άθεους άνδρες ή πονηρούς δαίμονες ή ποικίλους πειρασμούς, προκειμένου να την υποδουλώσει. Η γη όμως, λέγει, τη βοήθησε, είτε αναχαιτίζοντας τις ορμές των πονηρών με το μήκος της οδού και με την ανυδρία και ξηρότητα των τόπων και καταπίνοντας για τον λόγο αυτόν τον ποταμό των πειρασμών, είτε καταργώντας όλες τις παγίδες του διαβόλου με την ταπεινοφροσύνη των αγίων, οι οποίοι λέγουν από τα βάθη της καρδιάς τους: «εγώ είμαι γη και στάχτη», όπως ελέχθη από τον άγγελο στον θείο Αντώνιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες