ΤΙΤΛ. Εʹ. —Περὶ ταπεινοφρονούντων. «Ἀποκριθεὶς Ἀβραὰμ, εἶπεν· Νῦν ἠρξάμην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός.» «Εἶπε Μωσῆς πρὸς Κύριον· Δέομαι, Κύριε, οὐχ ἱκανὸς οὐδ᾽ εὔλαλός εἰμι, ἰσχνόφωνος καὶ βραδύγλωσσός εἰμι ἐγώ.» «Εἶπεν Ἀβιγαία πρὸς Δαβίδ· Ἐν ἐμοὶ, κύριε, ἡ ἀδικία. Λαλησάτω δὴ ἡ δούλη σου εἰς τὰ ὦτά σου, καὶ ἄκουσον λόγον τῆς δούλης σου. Μὴ θέσθω ὁ κύριός μου καρδίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον τὸν λοιμὸν τοῦτον· καὶ ἀφροσύνη μετ᾽ αὐτοῦ.» Ἡ ταπείνωσίς ἐστι τὸ λογίσασθαι ἑαυτὸν ἁμαρτωλὸν εἶναι, καὶ μηδὲν καλὸν ποιεῖν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· τὸ δὲ ἔργον τῆς ταπεινώσεώς ἐστιν ἡ σιωπὴ, καὶ τὸ μὴ μετρεῖν ἑαυτὸν ἔν τινι, μηδὲ φιλονεικῆσαι.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Εʹ. —Περί των ταπεινοφρόνων. «Αποκρίθηκε ο Αβραάμ και είπε: Τώρα άρχισα να μιλώ προς τον Κύριό μου, εγώ όμως είμαι γη και στάχτη.» «Είπε ο Μωυσής προς τον Κύριο: Σε παρακαλώ, Κύριε, δεν είμαι ικανός ούτε εύγλωττος, είμαι αδύναμος στη φωνή και βραδύγλωσσος.» «Είπε η Αβιγαία προς τον Δαβίδ: Σε εμένα, κύριε, ας πέσει το σφάλμα. Ας μιλήσει, σε παρακαλώ, η δούλη σου στα αυτιά σου, και άκουσε τον λόγο της δούλης σου. Ας μην δώσει προσοχή ο κύριός μου σε αυτόν τον ολέθριο άνθρωπο· διότι η αφροσύνη είναι μαζί του.» Η ταπείνωση συνίσταται στο να θεωρεί κανείς τον εαυτό του αμαρτωλό, και ότι δεν πράττει τίποτα καλό ενώπιον του Θεού. Το δε έργο της ταπεινώσεως είναι η σιωπή, και το να μην υπολογίζει τον εαυτό του σε τίποτα, ούτε να φιλονικεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες