Ἀνέστη δὲ Ἀβραὰμ τὸ πρωῒ, καὶ ἔλαβεν ἄρτους καὶ ἀσκὸν ὕδατος, καὶ ἔδωκεν Ἄγαρ, καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τὸν ὦμον καὶ τὸ παιδίον, καὶ ἀπέστειλεν αὐτήν. Ἀπελθοῦσα δὲ ἐπλανᾶτο τὴν ἔρημον, κατὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ὅρκου. Ἐξέλιπε δὲ τὸ ὕδωρ ἐκ τοῦ ἀσκοῦ, καὶ ἔῤῥιψε τὸ παιδίον ὑποκάτω μιᾶς ἐλάτης. Ἀπελθοῦσα δὲ, ἐκάθητο ἀπέναντι αὐτοῦ μακρόθεν, ὡσεὶ τόξου βολήν. Εἶπε γάρ· Οὐ μὴ ἴδω τὸν θάνατον τοῦ παιδίου μου, καὶ ἐκάθισεν ἀπέναντι αὐτοῦ. Ἀναβοῆσαν δὲ τὸ παιδίον ἔκλαυσεν. Εἰσήκουσε δὲ ὁ Θεὸς τῆς φωνῆς τοῦ παιδίου ἐκ τοῦ τόπου οὗ ἦν. Καὶ ἐκάλεσεν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τὴν Ἄγαρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ εἶπεν αὐτῇ· Τί ἐστιν, Ἄγαρ; μὴ φοβοῦ· ἐπακήκοε γὰρ ὁ Θεὸς τῆς φωνῆς τοῦ παιδίου σου ἐκ τοῦ τόπου οὗ ἔστιν. Ἀνάστηθι καὶ λάβε τὸ παιδίον, καὶ κράτησον τῇ χειρί σου αὐτό. Καὶ ἀνέῳξεν ὁ Θεὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ εἶδε φρέαρ ὕδατος ζῶντος, καὶ ἐπορεύθη, καὶ ἔπλησε τὸν ἀσκὸν ὕδατος, καὶ ἐπότισε τὸ παιδίον. Καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετὰ τοῦ παιδίου, καὶ ηὐξήθη.» Ὁ μὲν γὰρ θεσπέσιος Ἀβραὰμ, τοῖς τῆς φιλοπαιδίας ἡττώμενος νόμοις, μετεποιεῖτο τοῦ Ἰσμαήλ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ θεῖον αὐτὸν ἐκάλει χρησμῴδημα πρός γε τὸ χρῆναι μόνῳ προσκεῖσθαι τῷ Ἰσαὰκ ὡς ἐπ᾽ αὐτῷ γενομένης τῆς ἐπαγγελίας, ἠφίει τὴν Ἄγαρ, καὶ ὁμοῦ τῷ βρέφει τῆς δεσποτικῆς ἑστίας ἀπαίρειν ἐκέλευε, τοῦ κατὰ Χριστὸν μυστηρίου τὸν τύπον τοῦ νόμου προαναφαίνοντος.
Μετάφραση
Σηκώθηκε, λοιπόν, ο Αβραάμ το πρωί, και πήρε άρτους και έναν ασκό με νερό, και τα έδωσε στην Άγαρ, τα έβαλε στον ώμο της μαζί με το παιδί, και την έστειλε μακριά. Αναχωρώντας δε, εκείνη περιπλανιόταν στην έρημο, κοντά στο Φρέαρ του Όρκου. Όταν τελείωσε το νερό από τον ασκό, άφησε το παιδί κάτω από ένα έλατο. Και αφού απομακρύνθηκε, κάθισε απέναντί του από μακριά, περίπου σε απόσταση βολής τόξου. Διότι είπε: «Ας μη δω τον θάνατο του παιδιού μου», και κάθισε απέναντί του. Το δε παιδί φώναξε δυνατά και έκλαψε. Εισάκουσε, τότε, ο Θεός τη φωνή του παιδιού από τον τόπο όπου βρισκόταν. Και άγγελος του Θεού κάλεσε την Άγαρ από τον ουρανό, και της είπε: «Τι συμβαίνει, Άγαρ; Μη φοβάσαι· διότι ο Θεός εισάκουσε τη φωνή του παιδιού σου από τον τόπο όπου βρίσκεται. Σήκω, πάρε το παιδί και κράτησέ το με το χέρι σου». Και άνοιξε ο Θεός τα μάτια της, και είδε ένα πηγάδι με τρεχούμενο νερό, και πήγε, γέμισε τον ασκό με νερό, και πότισε το παιδί. Και ήταν ο Θεός με το παιδί, και αυτό μεγάλωσε». Διότι ο μεν θεσπέσιος Αβραάμ, υποκύπτοντας στους νόμους της πατρικής στοργής, ενδιαφερόταν για τον Ισμαήλ. Επειδή όμως ο θείος χρησμός τον καλούσε στο ότι έπρεπε να προσηλωθεί μόνο στον Ισαάκ, καθώς σε αυτόν αφορούσε η επαγγελία, απομάκρυνε την Άγαρ, και της διέταξε να αναχωρήσει μαζί με το βρέφος από τη δεσποτική εστία, προαναγγέλλοντας έτσι τυπολογικά, μέσω του νόμου, το μυστήριο του Χριστού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες