Μὴ ἀθύμει, φησὶ, διὰ τὸ ἐκβληθῆναί σε τῆς οἰκίας. Τοσαύτης γὰρ ἀπολαύσεται τῆς παρ᾽ ἐμοῦ προνοίας, ὡς καὶ εἰς ἔθνος μέγα γενέσθαι καὶ αὐτό. Καὶ ἤνοιξε, φησὶ, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς· οὐκ ἐπειδὴ πρὸ τούτου οὐχ ἑώρα, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἀνεῳγμένων οὐδὲν αὐτῇ ὄφελος, ἐγένετο πρὸ τῆς ἄνωθεν ἐπισκοπῆς. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἐβουλήθη τὴν παρ᾽ ἑαυτοῦ κηδεμονίαν ἐπιδείξασθαι, φησὶν, Ἀνέῳξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς· ἀντὶ τοῦ, Ὑπέδειξεν αὐτῇ ἀγνοούσῃ, τὴν διάνοιαν αὐτῆς διέγειρεν, ὡδήγησεν αὐτὴν, ὥστε ἰδεῖν τὸν τόπον τὸν ἀναβλύζοντα τοῦ ὕδατος τὰς πηγάς. Καὶ εἶδε, φησὶ, φρέαρ ὕδατος ζῶντος, καὶ ἐπορεύθη, καὶ ἔπλησε τὸν ἀσκὸν, καὶ ἐπότισε τὸ παιδίον. Ἐν ἀπόροις πόρον ἐχαρίσατο ὁ Κύριος, καὶ ἐν ἀμηχανίᾳ τοιαύτῃ τυγχανούσῃ καὶ οὐδεμίαν ἐλπίδα σωτηρίας ἐχούσῃ, τὴν οἰκείαν φιλοτιμίαν εἰς αὐτὴν ἐπεδείξατο, ὁμοῦ καὶ αὐτὴν παραμυθησάμενος, καὶ τοῦ παιδίου τὴν πρόνοιαν ποιησάμενος. Οὕτως ὅταν βούληται ὁ Θεὸς, κἂν ἐν ἐρημίᾳ ὦμεν, κἂν ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐσχάτοις κακοῖς, κἂν μηδεμίαν ἐλπίδα σωτηρίας ἔχωμεν, οὐδενὸς ἑτέρου δεησόμεθα, τῆς τοῦ Θεοῦ ῥοπῆς τὰ πάντα ἡμῖν γινομένης. Ἐὰν γὰρ τὴν παρ᾽ αὐτοῦ εὔνοιαν ἐπισπασώμεθα, οὐδεὶς ἡμῶν περιέσται, ἀλλὰ πάντων ἐσόμεθα ὑψηλότεροι. Καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετὰ τοῦ παιδίου, φησὶ, καὶ ηὐξήθη, καὶ κατῴκησεν ἐν τῇ ἐρήμῳ.
Μετάφραση
Μην αποθαρρύνεσαι, λέει, για το γεγονός ότι εκδιώχθηκες από το σπίτι. Διότι θα απολαύσει τόσο πολύ την πρόνοιά μου, ώστε να γίνει και αυτό μεγάλο έθνος. Και άνοιξε, λέει, τα μάτια της· όχι επειδή πριν από αυτό δεν έβλεπε, αλλά επειδή, παρότι τα μάτια της ήταν ανοιχτά, δεν προέκυψε γι' αυτήν κανένα απολύτως όφελος πριν από την άνωθεν επισκοπή. Γι' αυτό, όταν θέλησε να επιδείξει τη δική Του προστασία, λέει: Άνοιξε τα μάτια της· αντί του: Της υπέδειξε ενώ εκείνη αγνοούσε, διέγειρε τη διάνοιά της, την οδήγησε, ώστε να δει τον τόπο που ανέβλυζε τις πηγές του νερού. Και είδε, λέει, πηγάδι με ζωντανό νερό, και πορεύθηκε, και γέμισε τον ασκό, και πότισε το παιδί. Σε αδιέξοδο ο Κύριος χάρισε διέξοδο, και ενώ αυτή βρισκόταν σε τέτοια αμηχανία και δεν είχε καμία ελπίδα σωτηρίας, της έδειξε τη δική Του γενναιοδωρία, παρηγορώντας ταυτόχρονα και την ίδια, και λαμβάνοντας πρόνοια για το παιδί. Έτσι, όταν το θέλει ο Θεός, ακόμη και αν βρισκόμαστε στην έρημο, ακόμη και αν βρισκόμαστε στα έσχατα δεινά, ακόμη και αν δεν έχουμε καμία ελπίδα σωτηρίας, δεν θα έχουμε ανάγκη από κανέναν άλλον, αφού η βοήθεια του Θεού γίνεται τα πάντα για εμάς. Διότι, εάν προσελκύσουμε τη δική Του εύνοια, κανείς δεν θα υπερισχύσει εναντίον μας, αλλά θα είμαστε ανώτεροι από όλους. Και ήταν ο Θεός μαζί με το παιδί, λέει, και μεγάλωσε, και κατοίκησε στην έρημο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες