Δι᾽ οὗ παρέσται νοεῖν τὸ μονονουχὶ κατὰ πάσης τῆς ἐσομένης ἐξ αὐτοῦ γονῆς πεποιῆσθαι τὴν ὁρκωμοσίαν. Ἐπαναθέμενος δὲ καμήλοις δέκα πολλὰ τῶν Ἀβραὰμ ἀγαθῶν, ἀφικνεῖται δρομαῖος εἰς τὴν μέσην τῶν ποταμῶν. Καὶ καταίρει μὲν εἰς πόλιν Ναχώρ· ὀκλάζει δὲ τὰς καμήλους ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ ὕδατος, τὸ προσοψὲ ἡνίκα ἐκπορεύονται αἱ ὑδρευόμεναι. Ἀφικόμενος δὴ οὖν ἐκεῖσε, Θεὸν ἐλιπάρει λοιπὸν ἀνευρῦναι τὴν ὁδὸν, καὶ καταδεῖξαι παρθένον εὐδρανῆ καὶ φιλόξενον, καὶ ὄκνου τοῦ βλέποντος εἰς ἀγάπην κρείττονα. «Ἔσται γὰρ, φησὶν, ἡ παρθένος, ᾗ ἐὰν ἐγὼ εἴπω, Ἐπίκλινον τὴν ὑδρίαν σου ἵνα πίω, καὶ εἴπῃ, Πίε, καὶ τὰς καμήλους σου ποτιῶ, ἕως ἂν παύσωνται πίνουσαι, ταύτην ἡτοίμασας τῷ παιδί σου Ἰσαάκ.» Ἀλλ᾽ ἧκεν οὐκ εἰς μακρὰν ἡ καλὴ τῷ εἴδει καὶ εὐπρεπεστάτη παρθένος, φημὶ δὴ, Ῥεβέκκα. Ἐξαιτοῦντι δὲ πιεῖν, προσῆγεν ἑτοίμως.
Μετάφραση
Μέσω αυτού μπορεί κανείς να κατανοήσει ότι ο όρκος δόθηκε σχεδόν για όλους τους απογόνους που επρόκειτο να προέλθουν από αυτόν. Αφού φόρτωσε σε δέκα καμήλες πολλά από τα αγαθά του Αβραάμ, φτάνει γρήγορα στη Μεσοποταμία. Και σταματά στην πόλη του Ναχώρ· βάζει τις καμήλες να γονατίσουν έξω από την πόλη κοντά στο πηγάδι του νερού, προς το βράδυ, την ώρα που βγαίνουν οι γυναίκες για να αντλήσουν νερό. Φτάνοντας λοιπόν εκεί, ικέτευε τον Θεό να κατευοδώσει τον δρόμο του και να του υποδείξει μια παρθένο δραστήρια και φιλόξενη, και ανώτερη της οκνηρίας όσον αφορά την αγάπη. «Ας είναι λοιπόν», λέει, «η παρθένος στην οποία εγώ θα πω: Γείρε τη στάμνα σου για να πιω, και εκείνη θα πει: Πιες, και θα ποτίσω και τις καμήλες σου, μέχρι να χορτάσουν να πίνουν, αυτή που ετοίμασας για τον δούλο σου τον Ισαάκ». Δεν άργησε όμως να έρθει η όμορφη στην όψη και ευπρεπέστατη παρθένος, εννοώ δηλαδή, η Ρεβέκκα. Και όταν της ζήτησε να πιει, του πρόσφερε πρόθυμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες