Μισήσωμεν κενοδοξίαν καὶ ὀκνηρίαν καὶ τὴν ὀξυχολίαν, τὰ ἄκαρπα εἴδη. Κατανοεῖν δεῖ τὰς πολιτείας τῶν Ἁγίων καὶ μιμεῖσθαι αὐτῶν τὸν βίον. Νήψωμεν, μήποτε αἱ σπουδαῖαι γυναῖκες κατακρινοῦσιν ἡμᾶς. Κατάμαθε τὸ σπουδαῖον καὶ ταπεινὸν τῆς Ῥεβέκκας, καὶ θαυμάσεις ἐπὶ τῇ ἀρετῇ τῆς μακαρίας, πῶς ὑπεδέξατο τὸν ξένον. Γέγραπται γάρ· καταβᾶσα δὲ Ῥεβέκκα ἐπὶ τὴν πηγὴν ἔπλησε τὴν ὑδρίαν καὶ ἀνέβη. Ἐπέδραμε δὲ ὁ παῖς εἰς συνάντησιν αὐτῆς καὶ εἶπε· πότισόν με μικρὸν ὕδωρ ἐκ τῆς ὑδρίας σου. Ἡ δὲ εἶπε· πίε, κύριε.
Μετάφραση
Ας μισήσουμε την κενοδοξία, την οκνηρία και την οξυθυμία, τα άκαρπα αυτά είδη. Πρέπει να κατανοούμε την πολιτεία των Αγίων και να μιμούμαστε τον βίο τους. Ας επαγρυπνούμε, μήπως τυχόν οι σπουδαίες γυναίκες μας κατακρίνουν. Μελέτησε την προθυμία και την ταπείνωση της Ρεβέκκας, και θα θαυμάσεις την αρετή της μακαρίας, το πώς υποδέχθηκε τον ξένο. Διότι είναι γραμμένο: Αφού κατέβηκε η Ρεβέκκα στην πηγή, γέμισε τη στάμνα και ανέβηκε. Έτρεξε δε ο δούλος για να τη συναντήσει και της είπε: Δώσε μου να πιω λίγο νερό από τη στάμνα σου. Εκείνη δε είπε: Πιες, κύριε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες