Προσήκοντος ἄρα τὴν ἁγίαν παρθένον Μαρίαμ [ἡ χάρις] ἐκλέλεκται, σοφὴ γὰρ κατὰ πάντα ἡ ἁγία ἐτύγχανεν ἐκ πασῶν γενεῶν ἐν γυναιξί, οὐδεμία αὐτῇ ὅμοια γέγονε ποτέ. Οὐχ ὡς ἡ πρώτη παρθένος Εὔα ἐν παραδείσῳ ὑπάρχουσα μόνη, χαύνη τῇ διανοίᾳ παρὰ τοῦ ὄφεως τὸν λόγον ἐδέξατο καὶ οὕτως ἐφθάρη τὸ τῆς καρδίας φρόνημα καὶ δι᾽ ἐκείνης ἅπας ὁ ἀγὼν τῶν ἁγίων ἐγένετο· ἀλλ᾽ ἐν μόνῃ τῇ ἁγίᾳ παρθένῳ τὸ ἐκείνης ἀνασέσωσται σφάλμα. Οὐχ ὡς ἡ Σάῤῥα εὐαγγελισθεῖσα περὶ τῆς τοῦ υἱοῦ συλλήψεως προπετεία ἐγέλασεν· οὐχ ὡς ἡ Ῥεβέκκα αὐτομόλως τὰ κόσμια ἐδέξατο καὶ τὰς καμίλους τοῦ μνηστῆρος προθύμως ἐπότισεν· οὐχ ὡς πᾶσα γυνὴ τοῦ χαριεντοῦ ἀσπασμοῦ ἀπεριέργως ἐδέξατο· ἀλλ᾽ ἐῤῥωμένῃ διανοίᾳ φαιδρῷ τῷ φρονήματι ἐν αὐτῇ διηπόρει καὶ ἔλεγεν· “Ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος; πόθεν ἡ δωρεὰ τὴν ὑπόθεσιν κέκτηται; πόθεν ἡμῖν οὗτος τὴν εὐλογίαν ἐκόμισε; πόθεν ἡμῖν θησαυρῶν ὁ μαργαρίτης τοῦ λόγου ἀπέσταλται; γνῶναι βούλομαί τι τὸ δῶρον καὶ τίς ὁ φέρων καὶ τίς ὁ πέμψας. Ἐξ οὐρανοῦ παραγέγονας, ἀνθρώπου χαρακτῆρα δεικνύεις, ἄνθρωπον θεωρῶ, καὶ λαμπάδας φωτὸς ἀπαστράπτεις”. Ταῦτα ἐν ἑαυτῇ διηπόρει καὶ ἔλεγεν· τοιούτοις δὲ λόγοις τῆς Μαρίας τὴν διάκρισιν ἔλυσεν [ὁ ἀρχάγγελος]· “Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σε καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ συλλήψῃ καὶ τέξῃ υἱόν· καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν”.
Μετάφραση
Δικαίως, λοιπόν, [η χάρις] εξέλεξε την αγία Παρθένο Μαρία, διότι η αγία υπήρξε κατά πάντα σοφή ανάμεσα στις γυναίκες όλων των γενεών, και καμία δεν υπήρξε ποτέ όμοιά της. Όχι όπως η πρώτη παρθένος, η Εύα, η οποία, ευρισκόμενη μόνη στον παράδεισο, με χαυνότητα νου δέχθηκε τον λόγο από το φίδι και έτσι διαφθάρηκε το φρόνημα της καρδιάς της, και εξαιτίας της προέκυψε όλος ο αγώνας των αγίων· αλλά μόνο στο πρόσωπο της αγίας Παρθένου επανορθώθηκε το δικό της σφάλμα. Όχι όπως η Σάρρα, η οποία, όταν έλαβε το χαρμόσυνο άγγελμα για τη σύλληψη του υιού της, γέλασε με προπέτεια· όχι όπως η Ρεβέκκα, που αυτοβούλως δέχθηκε τα κοσμήματα και πότισε πρόθυμα τις καμήλες του μνηστήρα της· ούτε όπως κάθε γυναίκα που θα δεχόταν αβασάνιστα τον γεμάτο χάρη χαιρετισμό· αλλά με ρωμαλέα διάνοια και με διαυγές φρόνημα απορούσε μέσα της και έλεγε: «Τι είδους άραγε να είναι αυτός ο χαιρετισμός; Από πού αντλεί την αιτία της αυτή η δωρεά; Από πού μας έφερε αυτός την ευλογία; Από πού μας έχει αποσταλεί ο μαργαρίτης του λόγου από τους θησαυρούς; Επιθυμώ να γνωρίσω τι είναι το δώρο, ποιος είναι αυτός που το φέρνει και ποιος αυτός που το έστειλε. Έχεις έλθει από τον ουρανό, εμφανίζεις μορφή ανθρώπου, άνθρωπο βλέπω, και εκπέμπεις λάμψεις φωτός». Αυτά απορούσε μέσα της και έλεγε· και με τα ακόλουθα λόγια [ο αρχάγγελος] έλυσε τους δισταγμούς της Μαρίας: «Πνεύμα Άγιο θα επέλθει σε εσένα και δύναμη Υψίστου θα σε επισκιάσει· γι' αυτό θα συλλάβεις και θα γεννήσεις Υιό· και θα καλέσεις το όνομά του Ιησού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες