Ταῦτα ἀκούσας ὁ οἰκέτης καὶ θαυμάσας τῆς δαψιλοῦς φιλοξενίας, καὶ μαθὼν ὡς οὐ πρὸς ἀγνῶτάς τινας παραγέγονεν, ἀλλ᾽ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ναχὼρ, ὃς ἦν ἀδελφὸς Ἀβραὰμ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ἡσθεὶς ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις παρὰ τῆς παιδὸς, προσεκύνησε τῷ Κυρίῳ τῷ διὰ τὴν εἰς τὸν πατριάρχην εὔνοιαν τοσαύτην καὶ περὶ αὐτὸν ἐπιδειξαμένῳ τὴν κηδεμονίαν, οὕτω πάντα μετ᾽ εὐκολίας αὐτῷ κατευοδώσαντι· καί φησιν, Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ, ὃς οὐκ ἐγκατέλιπε τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ. Καὶ λοιπὸν καὶ αὐτὸς γνωρίζει τῇ κόρῃ ὅστις ἐστὶ, καὶ διὰ τῆς εὐχαριστίας τῆς εἰς τὸν Θεὸν κατάδηλον αὐτῇ ποιεῖ, ὅτι οὐκ ἐξ ἀλλοτρίας οἰκίας παραγέγονεν, ἀλλὰ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ναχώρ ἐστιν ὁ τοῦτον διαπεμψάμενος.
Μετάφραση
Ακούγοντας αυτά ο δούλος και θαυμάζοντας την πλουσιοπάροχη φιλοξενία, και μαθαίνοντας πως δεν έφθασε σε κάποιους αγνώστους, αλλά στην οικία του Ναχώρ, ο οποίος ήταν αδελφός του κυρίου του, του Αβραάμ, χάρηκε με όσα του είπε η κόρη και προσκύνησε τον Κύριο, ο Οποίος, εξαιτίας της εύνοιάς Του προς τον πατριάρχη, επέδειξε τόση προστασία και στον ίδιο, κατευοδώνοντας έτσι τα πάντα με ευκολία για αυτόν· και λέγει: «Ευλογητός ο Κύριος, ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ, ο οποίος δεν εγκατέλειψε τη δικαιοσύνη Του και την αλήθεια Του από τον κύριό μου Αβραάμ». Και έπειτα, γνωστοποιεί και ο ίδιος στην κόρη ποιος είναι, και μέσω της ευχαριστίας του προς τον Θεό καθιστά σε αυτήν ολοφάνερο ότι δεν έχει καταφθάσει από ξένη οικία, αλλά ότι αδελφός του Ναχώρ είναι εκείνος που τον απέστειλε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες