Καὶ εἶπεν Ἀβραὰμ τῷ παιδὶ αὐτοῦ τῷ πρεσβυτέρῳ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, τῷ ἄρχοντι πάντων τῶν αὐτοῦ· Θὲς τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὸν μηρόν μου, καὶ ἐξορκιῶ σε Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ τὸν Θεὸν τῆς γῆς, ἵνα μὴ λάβῃς γυναῖκα τῷ υἱῷ μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων, μεθ᾽ ὧν ἐγὼ οἰκῶ ἐν αὐτοῖς. Ἀλλ᾽ εἰς τὴν γῆν, οὗ ἐγενόμην, πορεύσῃ καὶ εἰς τὴν φυλήν μου. Καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου Ἰσαὰκ ἐκεῖθεν.» Ταῦτα τοιγαροῦν προστεταχότος τοῦ Ἀβραὰμ, διώμνυτο μὲν ὁ οἰκέτης παραχρῆμα, τῷ μηρῷ δεσπότου τὴν χεῖρα ἐπιτιθείς.
Μετάφραση
Και είπε ο Αβραάμ στον πιο ηλικιωμένο υπηρέτη του σπιτιού του, ο οποίος ήταν επιστάτης όλων των υπαρχόντων του: «Τοποθέτησε το χέρι σου στον μηρό μου, και θα σε ορκίσω στον Κύριο, τον Θεό του ουρανού και τον Θεό της γης, να μην πάρεις γυναίκα για τον υιό μου τον Ισαάκ από τις θυγατέρες των Χαναναίων, ανάμεσα στους οποίους κατοικώ. Αλλά να πορευτείς στη γη όπου γεννήθηκα, και στη φυλή μου. Και από εκεί να πάρεις γυναίκα για τον υιό μου τον Ισαάκ.» Αφού λοιπόν ο Αβραάμ προσέταξε αυτά, ο υπηρέτης ορκίστηκε αμέσως, τοποθετώντας το χέρι του στον μηρό του κυρίου του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες