Ταῦτα πυθομένη ἡ παῖς, μετὰ πολλῆς τῆς περιχαρείας δραμοῦσα, ἀπήγγειλε τοῖς γονεῦσιν αὐτῆς ἅπερ ἤκουσε παρὰ τοῦ παιδός. Καὶ ἔδραμε Λάβαν ἔξω πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τὴν πηγὴν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἑστῶτα μετὰ τῶν καμήλων, εἶπεν αὐτῷ· Τί ἕστηκας ἔξω; δεῦρο εἴσελθε· προλαβὼν γὰρ ἡτοίμασα τὴν οἰκίαν, καὶ τόπον ταῖς καμήλοις. Εἶτα εἰσελθόντος αὐτοῦ, Ἀπέσαξε τὰς καμήλους· καὶ ἔδωκεν ἄχυρα καὶ χορτάσματα, καὶ ὕδωρ νίψασθαι τοῖς ποσὶν αὐτοῦ, καὶ τοῖς ποσὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν μετ᾽ αὐτοῦ, καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς ἄρτον φαγεῖν. Ἀλλ᾽ ἐνταῦθα σκόπει μοι τὴν πολλὴν τοῦ οἰκέτου σύνεσιν. Τί γάρ φησιν; Οὐ μὴ φάγω μέχρις ἂν τὴν αἰτίαν ὑμᾶς διδάξω, δι᾽ ἣν ἐστειλάμην τὴν τοσαύτην ὁδὸν, καὶ τίνος ἕνεκεν ἀπὸ τῆς Χαναναίας ἐνταῦθα παραγέγονα, καὶ πῶς εἰς τὸν οἶκον τὸν ὑμέτερον ὡδηγήθην, ἵνα πάντα μαθόντες, οὕτω καὶ ὑμεῖς τὴν οἰκείαν εὐγνωμοσύνην ἐπιδείξησθε πρὸς τὸν ἐμὸν δεσπότην. Καὶ ἀρξάμενος διηγεῖσθαι, φησί· Παῖς Ἀβραὰμ ἐγώ εἰμι· Κύριος δὲ εὐλόγησε τὸν κύριόν μου σφόδρα, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ πρόβατα καὶ μόσχους, χρυσίον καὶ ἀργύριον, παῖδας καὶ παιδίσκας, καμήλους καὶ ὄνους. Καὶ ἔτεκε Σάῤῥα ἡ γυνὴ τοῦ κυρίου μου υἱὸν ἕνα τῷ κυρίῳ μου μετὰ τὸ γηρᾶσαι αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ πάντα, ὅσα ἦν αὐτῷ.
Μετάφραση
Αφού πληροφορήθηκε αυτά η κόρη, τρέχοντας με πολλή χαρά, ανήγγειλε στους γονείς της όσα άκουσε από τον δούλο. Και έτρεξε ο Λάβαν έξω προς τον άνθρωπο στην πηγή, και βλέποντάς τον να στέκεται μαζί με τις καμήλες, του είπε: «Γιατί στέκεσαι έξω; Έλα, μπες μέσα· διότι φρόντισα από πριν και ετοίμασα την οικία, καθώς και χώρο για τις καμήλες». Έπειτα, αφού εκείνος εισήλθε, ξεφόρτωσε τις καμήλες· και (ο Λάβαν) έδωσε άχυρα και τροφές, και νερό για να νίψει τα πόδια του και τα πόδια των ανδρών που ήταν μαζί του, και τους παρέθεσε άρτο για να φάνε. Αλλά εδώ παρατήρησέ μου τη μεγάλη σύνεση του δούλου. Διότι τι λέει; «Δεν πρόκειται να φάω, μέχρι να σας γνωστοποιήσω την αιτία για την οποία πραγματοποίησα τόσο μεγάλο ταξίδι, και για ποιο λόγο ήλθα εδώ από τη γη των Χαναναίων, και πώς οδηγήθηκα στον δικό σας οίκο, ώστε, αφού μάθετε τα πάντα, έτσι και εσείς να επιδείξετε την αρμόζουσα ευγνωμοσύνη προς τον κύριό μου». Και αρχίζοντας να διηγείται, λέει: «Εγώ είμαι δούλος του Αβραάμ· και ο Κύριος ευλόγησε τον κύριό μου σφόδρα, και του έδωσε πρόβατα και μόσχους, χρυσό και άργυρο, δούλους και δούλες, καμήλες και όνους. Και η Σάρρα, η γυναίκα του κυρίου μου, γέννησε έναν υιό στον κύριό μου, αφού εκείνος είχε πλέον γεράσει, και του έδωσε όλα του τα υπάρχοντα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες