Καὶ ὥρκωσέ με, φησὶν, ὁ κύριός μου, λέγων· Οὐ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων, ἐν οἷς ἐγὼ παροικῶ, ἀλλ᾽ ἢ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου πορεύσῃ καὶ εἰς τὴν φυλήν μου, καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἐκεῖθεν. Καὶ αὐτὸς μὲν ταῦτα ἐνετείλατο, ἐγὼ δὲ τὰς δυσκολίας ἐννοῶν, καὶ τοῦ πράγματος τὸ δυσχερὲς λογιζόμενος, ἐπυθόμην τοῦ κυρίου μου, εἰ μὴ βούλοιτο ἡ γυνὴ πορευθῆναι μετ᾽ ἐμοῦ.
Μετάφραση
Και με όρκισε, λέει, ο κύριός μου, λέγοντας: «Δεν θα πάρεις γυναίκα για τον υιό μου Ισαάκ από τις θυγατέρες των Χαναναίων, ανάμεσα στους οποίους εγώ παροικώ, αλλά θα πορευθείς στον οίκο του πατέρα μου και στη φυλή μου, και θα πάρεις γυναίκα για τον υιό μου από εκεί». Και εκείνος μεν έδωσε αυτές τις εντολές, εγώ όμως, αντιλαμβανόμενος τις δυσκολίες και αναλογιζόμενος το δυσχερές του πράγματος, ρώτησα τον κύριό μου τι θα γίνει εάν η γυναίκα δεν θελήσει να πορευθεί μαζί μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες