Εἶτα πρὸς τὰς θυγατέρας τῆς ἄνω Ἰερουσαλὴμ τρέπει τὸν λόγον. ὁ δὲ λόγος παράκλησίς ἐστιν ἐνόρκως προσαγομένη τοῦ πλεονάζειν καὶ ἐπαύξειν ἀεὶ τὴν ἀγάπην, ἕως ἂν ἐνεργὸν ἑαυτοῦ ποιήσῃ τὸ θέλημα ὁ θέλων πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. ὁ δὲ λόγος οὗτός ἐστιν ὃν πεποίηται Ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἰερουσαλήμ, ἐν δυνάμεσι καὶ ἐν ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως οὗ θελήσῃ. ὅρκος ἐστὶ λόγος πιστούμενος δι᾽ ἑαυτοῦ τὴν ἀλήθειαν. διπλῆ δὲ ἡ κατὰ τὸν ὅρκον ἐνέργεια· ἢ γὰρ αὐτός τις πιστοῦται τῷ ἀκούοντι τὴν ἀλήθειαν ἢ ἄλλοις διὰ τοῦ ὁρκισμοῦ τὴν ἀνάγκην ἐπάγει τοῦ μηδὲν παραψεύσασθαι, οἷον Ὤμοσε κύριος τῷ Δαβὶδ ἀλήθειαν καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτήν. ἐνταῦθα τὸ πιστὸν τῆς ὑποσχέσεως ἐμπεδοῦται τῷ ὅρκῳ. ὅταν δὲ φροντίδα ποιούμενος ὁ Ἀβραὰμ τῆς εὐγενοῦς ἐπὶ τῷ μονογενεῖ συζυγίας προστάσσῃ τῷ ἰδίῳ θεράποντι μή τινα τῶν τοῦ γένους Χαναὰν τῶν τῇ δουλείᾳ καταδεδικασμένων συνοικίσαι πρὸς γάμον τῷ Ἰσαάκ, ὡς ἂν μὴ λυμήναιτο τῇ εὐγενείᾳ τῆς διαδοχῆς ἡ τοῦ δουλικοῦ γένους ἐπιμιξία, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς πατρῴας αὐτοῦ γῆς καὶ συγγενείας ἁρμόσασθαι τῷ παιδὶ τὴν συζυγίαν, ἀνάγκην ἐπάγει τοῦ μὴ ῥᾳθυμῆσαι περὶ τὸ πρόσταγμα διὰ τοῦ ὁρκίσαι αὐτὸν ἦ μὴν ἐπιτελῆ ποιήσειν, ὅσα περὶ τοῦ παιδὸς ἐδοκίμασεν. [
Μετάφραση
Έπειτα στρέφει τον λόγο προς τις θυγατέρες της άνω Ιερουσαλήμ. Ο δε λόγος αυτός είναι μια παράκληση που απευθύνεται με όρκο, με σκοπό να πλεονάζουν και να αυξάνουν πάντοτε την αγάπη, μέχρις ότου κάνει ενεργό το θέλημά Του Εκείνος που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας. Και ο λόγος που διατύπωσε είναι αυτός: «Σας όρκισα, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, στις δυνάμεις και στις ισχύες του αγρού, να εγείρετε και να εξεγείρετε την αγάπη, έως ότου το θελήσει». Ο όρκος είναι λόγος που βεβαιώνει από μόνος του την αλήθεια. Διπλή δε είναι η ενέργεια του όρκου· διότι ή κάποιος βεβαιώνει ο ίδιος την αλήθεια σε αυτόν που ακούει, ή επιβάλλει σε άλλους, μέσω της ορκωμοσίας, την ανάγκη να μην παραβούν καθόλου την αλήθεια, όπως: «Ορκίστηκε ο Κύριος στον Δαβίδ την αλήθεια και δεν θα την αθετήσει». Εδώ η αξιοπιστία της υπόσχεσης εμπεδώνεται με τον όρκο. Όταν όμως ο Αβραάμ, μεριμνώντας για την ευγενή σύζευξη του μονογενούς του, προστάζει τον υπηρέτη του να μη δώσει ως σύζυγο στον Ισαάκ καμία από το γένος των Χαναναίων που ήταν καταδικασμένοι στη δουλεία, ώστε να μη φθείρει την ευγένεια της διαδοχής η επιμιξία με το δουλικό γένος, αλλά να συνάψει γάμο για το παιδί του από την πατρική του γη και τη συγγένειά του, του επιβάλλει την ανάγκη να μην αμελήσει το πρόσταγμα, ορκίζοντάς τον ότι πράγματι θα φέρει εις πέρας όλα όσα αποφάσισε για το παιδί του. [
Περισσότερα
Λεπτομέρειες