Καὶ εἶπέ μοι· Κύριος ὁ Θεὸς, ᾧ εὐηρέστησα ἐναντίον αὐτοῦ, αὐτὸς ἀποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ μετὰ σοῦ, καὶ εὐοδώσει τὴν ὁδόν σου, καὶ λήψῃ τῷ υἱῷ μου γυναῖκα ἐκ τῆς φυλῆς μου, καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου. Καὶ ἐὰν μὴ πείθηται ἡ γυνὴ τοῦ μὴ πορευθῆναι μετὰ σοῦ ἐνταῦθα, Τότε ἀθῶος ἔσῃ ἀπὸ τῆς ἀρᾶς μου. Ὁ μὲν οὖν δεσπότης, φησὶ, ταῦτα ἐντειλάμενος, καὶ ταύταις με ταῖς προσευχαῖς ἐφοδιάσας, οὕτως ἐξέπεμψεν ἐγὼ δὲ θαῤῥήσας ταῖς ἐκείνου προσευχαῖς, ἡνίκα παρεγενόμην ἐπὶ τὴν πηγὴν, ταῦτα τὰ ῥήματα ἐφθεγξάμην, καὶ εἶπον· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ, εἰ σὺ εὐοδοῖς τὴν ὁδὸν, ἣν ἐγὼ πορεύομαι· ἰδοὺ ἐγὼ ἕστηκα ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, αἱ δὲ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως ἐξελεύσονται ὑδρεύσασθαι ὕδωρ καὶ ἔσται ἡ παρθένος, ᾗ ἂν ἐγὼ εἴπω, Πότισόν με μικρὸν ὕδωρ ἐκ τῆς ὑδρίας σου, καὶ εἴπῃ μοι· Καὶ σὺ πίε, καὶ ταῖς καμήλοις σου ὑδρεύσομαι, αὕτη ἡ γυνὴ, ἣν ἡτοίμασας τῷ θεράποντί σου Ἰσαὰκ, καὶ ἐν τούτῳ γνώσομαι, ὅτι ἐποίησας ἔλεος τῷ κυρίῳ μου Ἀβραάμ. Ταῦτα μὲν ἐγὼ, φησὶ, κατ᾽ ἐμαυτὸν εὐχόμενος τὸν Θεὸν καθικέτευσα· οὔπω δὲ τέλος εἰλήφει τὰ παρ᾽ ἐμοῦ ῥηθέντα, καὶ παραχρῆμα εἰς ἔργον ἐξῄει, καὶ τὰ ῥήματα πράγματα ἐγίνετο. Πρὸ τοῦ γὰρ συντελέσαι με λαλοῦντα, ἰδοὺ Ῥεβέκκα ἐξεπορεύετο τὴν ὑδρίαν ἔχουσα ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῆς.
Μετάφραση
Και μου είπε: Ο Κύριος ο Θεός, ενώπιον του οποίου έζησα ευάρεστα, αυτός θα αποστείλει τον άγγελό του μαζί σου και θα κατευοδώσει τον δρόμο σου, και θα λάβεις για τον γιο μου γυναίκα από τη φυλή μου και από τον οίκο του πατέρα μου. Και εάν δεν πειστεί η γυναίκα να έρθει μαζί σου εδώ, τότε θα είσαι απαλλαγμένος από τον όρκο μου. Ο μεν λοιπόν κύριός μου, λέει, δίνοντάς μου αυτές τις εντολές και εφοδιάζοντάς με με αυτές τις προσευχές, έτσι με απέστειλε· εγώ δε, παίρνοντας θάρρος από τις δικές του προσευχές, όταν έφτασα στην πηγή, πρόφερα αυτά τα λόγια και είπα: Κύριε, ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ, εάν εσύ κατευοδώνεις τον δρόμο τον οποίο εγώ πορεύομαι· ιδού, εγώ στέκομαι δίπλα στην πηγή του νερού, και οι θυγατέρες των ανθρώπων της πόλης θα εξέλθουν για να αντλήσουν νερό· ας είναι η παρθένος στην οποία εγώ θα πω, "Πότισέ με λίγο νερό από τη στάμνα σου", και εκείνη μου πει: "Και εσύ πιες, και για τις καμήλες σου θα αντλήσω νερό", αυτή η γυναίκα που ετοίμασας για τον δούλο σου τον Ισαάκ· και με αυτό θα γνωρίσω ότι έδειξες έλεος στον κύριό μου τον Αβραάμ. Αυτά μεν εγώ, λέει, προσευχόμενος από μέσα μου, ικέτευσα τον Θεό· και δεν είχαν ακόμη λάβει τέλος τα λόγια μου, και αμέσως έγιναν πράξη, και τα λόγια μετατράπηκαν σε πραγματικότητα. Διότι προτού καν τελειώσω να μιλώ, ιδού, η Ρεβέκκα έβγαινε έχοντας τη στάμνα πάνω στους ώμους της.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες