Εἶπον δὲ αὐτῇ, Πότισόν με, καὶ σπεύσασα καθεῖλε τὴν ὑδρίαν αὐτῆς, καὶ εἶπέ μοι, Πίε καὶ σὺ, καὶ τὰς καμήλους σου ποτιῶ. Καὶ θεασάμενος λοιπὸν ἐναργῆ τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ γεγενημένην πρόνοιαν, ἐπηρώτων τίνος εἴη θυγάτηρ· καὶ μαθὼν, ἐξ ὧν εἶπεν, ὅτι οὐ πρὸς ξένους ἀφικόμην, ἀλλ᾽ εἰς τὴν οἰκίαν Ναχὼρ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου, θαρσήσας, Περιέθηκα αὐτῇ τὰ ἐνώτια καὶ τὰ ψέλλια, καὶ εὐδοκήσας προσεκύνησα τῷ Κυρίῳ, καὶ εὐλόγησα τὸν Θεὸν τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ, ὅτι εὐώδωσέ με λαβεῖν τὴν θυγατέρα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου. Ἀλλὰ τὰ μὲν παρὰ τοῦ Θεοῦ οὕτως ἐναργῶς ᾠκονομήθη· αἱ γὰρ προσευχαὶ ἐληλύθασιν αἱ γενόμεναι παρὰ τοῦ δεσπότου μου.
Μετάφραση
Της είπα λοιπόν: «Δώσε μου να πιω». Εκείνη έσπευσε, κατέβασε τη στάμνα της και μου είπε: «Πιες και εσύ, και θα ποτίσω και τις καμήλες σου». Και βλέποντας πλέον ολοκάθαρα την πρόνοια που εκδηλώθηκε από τον Θεό, τη ρώτησα τίνος θυγατέρα ήταν· και αφού έμαθα από όσα είπε ότι δεν είχα φτάσει σε ξένους, αλλά στον οίκο του Ναχώρ, του αδελφού του κυρίου μου, πήρα θάρρος, της φόρεσα τα ενώτια και τα ψέλια, και με ευγνωμοσύνη προσκύνησα τον Κύριο, και ευλόγησα τον Θεό του κυρίου μου Αβραάμ, διότι κατευόδωσε τον δρόμο μου ώστε να πάρω τη θυγατέρα του αδελφού του κυρίου μου. Έτσι, λοιπόν, αυτά οικονομήθηκαν από τον Θεό με τόσο ξεκάθαρο τρόπο· διότι εισακούστηκαν οι προσευχές που είχαν γίνει από τον δεσπότη μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες