γʹ. Ἀλλ᾽ ὁ μὲν πατριάρχης ἀρκοῦσαν τῷ παιδὶ τὴν ἐντολὴν ἐποιήσατο, καὶ ὅρκοις αὐτὸν συνέδησεν. Ἴδωμεν δὲ λοιπὸν τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ οἰκέτου, ὅπως ἐζήλου τοῦ δεσπότου τὸ φιλόθεον. Ἐπειδὴ γὰρ εἶδε μετὰ πολλῆς σφοδρότητος ἐντελλόμενον τὸν δίκαιον, φησὶ πρὸς αὐτόν· Ἐὰν μὴ βούληται ἡ γυνὴ πορευθῆναι μετ᾽ ἐμοῦ, βούλει τὸν υἱόν σου ἀποστρέψω εἰς τὴν γῆν, ὅθεν ἐξῆλθες ἐκεῖθεν; Ἵνα μὴ, φησὶ, δυσκολίας τινὸς παρεμπεσούσης ἐκβαίνειν δόξω τὰς ἐντολὰς τὰς σὰς, διὰ τοῦτο πυνθάνομαι, τί δέοι με παραφυλάξασθαι, καὶ εἰ ἀρεστόν σοι τὸν Ἰσαὰκ ἐκεῖ ἀπελθεῖν, ὥστε λαβόντα τὴν γαμετὴν οὕτως ἐπανελθεῖν, εἰ μὴ ἀνάσχοιτο, καθάπερ ἐνετείλω, μετ᾽ ἐμοῦ παραγενέσθαι; Τί οὖν ὁ δίκαιος; Ἀπαγορεύει τοῦτο αὐτῷ καί φησι· Πρόσεχε σεαυτῷ μὴ ἀποστρέψῃς τὸν υἱόν μου ἐκεῖ. Οὐ χρεία σοι γενήσεται τούτου, φησίν. Ὁ γὰρ τὴν ἐπαγγελίαν πρός με ποιησάμενος, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον αὐξηθῆναι τὸ σπέρμα αὐτοῦ ὑποσχόμενος, αὐτός σοι καὶ τοῦτο εὐοδώσει.
Μετάφραση
γ΄. Αλλά ο μεν πατριάρχης έδωσε επαρκή εντολή στον υπηρέτη, και τον δέσμευσε με όρκους. Ας δούμε λοιπόν στη συνέχεια την ευσυνειδησία του υπηρέτη, πώς δηλαδή μιμούνταν τη φιλοθεΐα του κυρίου του. Διότι, επειδή είδε τον δίκαιο να του δίνει εντολή με πολλή σπουδή, του λέει: «Εάν η γυναίκα δεν θελήσει να πορευτεί μαζί μου, θέλεις να επιστρέψω τον γιο σου στη γη από την οποία αναχώρησες;». Για να μη φανεί, λέει, εάν τυχόν παρουσιαστεί κάποια δυσκολία, ότι παραβαίνω τις εντολές σου, για τον λόγο αυτό ρωτώ τι πρέπει να προσέξω, και αν είναι αρεστό σε εσένα να πάει εκεί ο Ισαάκ, ώστε αφού παραλάβει τη σύζυγο έτσι να επιστρέψει, σε περίπτωση που εκείνη δεν δεχθεί να έρθει μαζί μου, όπως ακριβώς διέταξες. Τι απαντά λοιπόν ο δίκαιος; Του το απαγορεύει και λέει: «Πρόσεξε τον εαυτό σου, να μην επιστρέψεις τον γιο μου εκεί». Δεν θα σου χρειαστεί αυτό, του λέει. Διότι Εκείνος που μου έδωσε την υπόσχεση, και υποσχέθηκε να αυξηθεί τόσο πολύ το σπέρμα του, Αυτός θα σου ευοδώσει και αυτό το εγχείρημα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες