Ὅρα πῶς καθ᾽ ἕκαστον τῶν γενομένων τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων τὴν εὐχαριστίαν ἀναφέρει. Αὐτὸς γὰρ ἦν ὁ πάντα προοδοποιῶν, καὶ κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦ πατριάρχου, ἄγγελον προαποστείλας ἔμπροσθεν αὐτοῦ, τὰ πάντα αὐτῷ ἐξευμαρίζοντα. Καὶ λοιπὸν μαθὼν ὡς τέλος αὐτῷ τὸ σπουδαζόμενον ἔσχεν, Ἐξενέγκας σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, καὶ ἱματισμὸν, ἔδωκε τῇ Ῥεβέκκᾳ. Λοιπὸν μετὰ παῤῥησίας αὐτὴν θεραπεύει, ὡς ἤδη διὰ τῶν ῥημάτων ἐγγυηθεῖσαν τῷ Ἰσαάκ. Τιμᾷ δὲ δώροις καὶ τὸν ἀδελφὸν καὶ τὴν μητέρα, καὶ ὅτε εἰς ἔργον εἶδεν ἐκβᾶσαν τὴν παρὰ τοῦ δεσπότου ἐντολὴν, τότε λοιπὸν τῆς οἰκείας ἀναπαύσεως γίνεται. Ἔφαγον γὰρ, φησὶ, καὶ ἔπιον, αὐτὸς καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ᾽ αὐτοῦ, καὶ ἐκοιμήθησαν.
Μετάφραση
Δες πώς για καθετί από όσα συνέβησαν αναπέμπει ευχαριστία στον Δεσπότη των όλων. Διότι Αυτός ήταν που προετοίμαζε τα πάντα και, σύμφωνα με τον λόγο του πατριάρχη, απέστειλε εκ των προτέρων άγγελο μπροστά του, διευκολύνοντάς του τα πάντα. Και έπειτα, αφού έμαθε ότι αυτό που επιδίωκε έλαβε αίσιο τέλος, έβγαλε χρυσά και αργυρά σκεύη, καθώς και ενδύματα, και τα έδωσε στη Ρεβέκκα. Έτσι λοιπόν, με παρρησία πλέον την περιποιείται, εφόσον ήδη μέσω των λόγων είχε δοθεί ως εγγύηση στον Ισαάκ. Τιμά δε με δώρα και τον αδελφό και τη μητέρα της, και όταν είδε ότι η εντολή του κυρίου του έγινε πράξη, τότε πλέον ασχολείται με τη δική του ανάπαυση. Διότι έφαγαν, λέει η Γραφή, και ήπιαν, ο ίδιος και οι άνδρες που τον συνόδευαν, και κοιμήθηκαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες