Καὶ ἀναστὰς τῷ πρωῒ εἶπεν· Ἐκπέμψατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου. Ἐπειδὴ πάντα μοι οὕτω κατευωδώθη, φησὶ, καὶ οὐδέν ἐστι λοιπὸν τὸ ἐλλεῖπον, ἀλλὰ καὶ ὑμῖν τοῦτο ἀρεστὸν ἐφάνη, Ἐκπέμψατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου. Εἶπαν δὲ, φησὶν, οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἡ μήτηρ· Μεινάτω ἡ παρθένος μεθ᾽ ἡμῶν ἡμέρας ὡσεὶ δέκα, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπελεύσεσθε. Ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μὴ κατέχετέ με, καὶ Κύριος εὐώδωσε τὴν ὁδόν μου· ἐκπέμψατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου. Τίνος ἕνεκεν, φησὶν, ὑπερτίθεσθε καὶ διαναβάλλεσθε, τοῦ Θεοῦ τοσαύτην εὐκολίαν ἐν ἅπασί μοι παρεσχηκότος; Ἀπολύσατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου. Οἱ δὲ, φησὶν, εἶπον· Καλέσωμεν τὴν παῖδα, καὶ ἐρωτήσωμεν αὐτήν. Καὶ ἐκάλεσαν, καὶ εἶπαν αὐτῇ· Πορεύσῃ μετὰ τοῦ ἀνθρώπου; Ἡ δὲ εἶπε, Πορεύσομαι.
Μετάφραση
Και αφού σηκώθηκε το πρωί, είπε: Αφήστε με να αναχωρήσω, για να πάω στον κύριό μου. Επειδή, λέει, όλα μου κατευοδώθηκαν έτσι και τίποτα πλέον δεν λείπει, αλλά και σε εσάς αυτό φάνηκε αρεστό, αφήστε με να αναχωρήσω, για να πάω στον κύριό μου. Είπαν τότε, λέει, οι αδελφοί και η μητέρα: Ας μείνει η παρθένος μαζί μας περίπου δέκα ημέρες, και μετά από αυτά θα φύγετε. Αυτός όμως τους είπε: Μην με κρατάτε, αφού ο Κύριος κατευόδωσε τον δρόμο μου· αφήστε με να αναχωρήσω, για να πάω στον κύριό μου. Για ποιον λόγο, λέει, χρονοτριβείτε και αναβάλλετε, εφόσον ο Θεός μού παρείχε τόση ευκολία στα πάντα; Αφήστε με να φύγω, για να πάω στον κύριό μου. Εκείνοι τότε, λέει, είπαν: Ας καλέσουμε την κόρη και ας τη ρωτήσουμε. Την κάλεσαν, λοιπόν, και της είπαν: Θα πορευτείς μαζί με αυτόν τον άνθρωπο; Και εκείνη απάντησε: Θα πορευτώ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες