Εἶδες οἵαν ἄγεται νύμφην ὁ πατριάρχης; Ὑδρευομένην, καὶ τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τῶν ὤμων φέρουσαν, καὶ νῦν πάλιν ἐπιβᾶσαν ἐπὶ τὰς καμήλους. Οὐδαμοῦ ἡμίονοι ἀργύρῳ περιλαμπόμεναι τοὺς τραχήλους, οὐδὲ οἰκετῶν ἐσμὸς, οὐδὲ ἡ πολλὴ βλακεία ἡ νῦν γινομένη· ἀλλὰ τοσαύτη ἦν τῶν παλαιῶν γυναικῶν ἡ ἀνδρεία, ὡς καὶ ἐπὶ τὰς καμήλους αὐτὰς ἐπιβαίνειν, καὶ οὕτως ὁδοιπορεῖν. Καὶ ἐπορεύθησαν, φησὶ, μετὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δὲ Ἰσαὰκ ἐξῄει ἀδολεσχῆσαι εἰς τὸ πεδίον τὸ πρὸς δείλης, καὶ ἀναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδε τὰς καμήλους ἐρχομένας. Εἰς τὸ πεδίον, φησὶν, ὁ Ἰσαὰκ διατρίβων ἐθεάσατο τὰς καμήλους. Ἡ δὲ Ῥεβέκκα ἰδοῦσα τὸν Ἰσαὰκ, κατεπήδησεν ἀπὸ τῆς καμήλου, καὶ εἶπε τῷ παιδί· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ πορευόμενος ἐν τῷ πεδίῳ εἰς συνάντησιν ἡμῶν; Ὅρα τῆς κόρης τὴν εὐγένειαν· ἐπειδὴ εἶδε τὸν Ἰσαὰκ, ἐπυνθάνετο τίς εἴη.
Μετάφραση
Είδες τι είδους νύφη παίρνει ο πατριάρχης; Εκείνη που αντλούσε νερό και μετέφερε τη στάμνα στους ώμους της, και τώρα πάλι έχει ανέβει στις καμήλες. Πουθενά δεν υπάρχουν ημίονοι που να λάμπουν από ασήμι στους λαιμούς τους, ούτε σμήνος υπηρετών, ούτε η μεγάλη μαλθακότητα που συναντάται σήμερα· αντίθετα, τόση ήταν η ανδρεία των γυναικών της παλαιάς εποχής, ώστε ανέβαιναν στις ίδιες τις καμήλες και οδοιπορούσαν με αυτόν τον τρόπο. Και πορεύτηκαν, λέει, μαζί με τον άνθρωπο. Ο δε Ισαάκ είχε βγει στον κάμπο προς το δειλινό για να προσευχηθεί, και υψώνοντας τα μάτια του είδε τις καμήλες να έρχονται. Στον κάμπο, λέει, καθώς βρισκόταν ο Ισαάκ αντίκρισε τις καμήλες. Η δε Ρεβέκκα, μόλις είδε τον Ισαάκ, κατέβηκε γρήγορα από την καμήλα και είπε στον υπηρέτη: «Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που περπατά στον κάμπο ερχόμενος προς συνάντησή μας;» Πρόσεξε την ευγένεια της κόρης· επειδή είδε τον Ισαάκ, ρώτησε να μάθει ποιος ήταν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες