Καὶ δεικνὺς ὅπως ἐπεποίθει τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει, ἀπαγορεύει τῷ παιδὶ τὸν Ἰσαὰκ ἐκεῖσε ἀπαγαγεῖν. Εἶτα ἐπειδὴ μετὰ ἀκριβείας διετείλατο τῷ παιδὶ, καὶ ἀπήλλαξεν αὐτὸν τῆς φροντίδος (ἐδεδοίκει γὰρ ὁ παῖς μὴ ἐπιορκήσας ἁλῷ τὸ προσταχθὲν μὴ πληρώσας), Θεὶς, φησὶ, τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὑπὸ τὸν μηρὸν, ὤμοσεν αὐτῷ περὶ τοῦ ῥήματος τούτου, ὥστε μὴ τὸν Ἰσαὰκ ἐκεῖσε ἀπαγαγεῖν. Εἶδες πῶς ἐκ προοιμίων ἔδειξεν ὁ οἰκέτης τὴν εὔνοιαν τὴν περὶ τὸν δεσπότην; Ὅρα λοιπὸν αὐτὸν ἐκ τῆς τοῦ πατριάρχου διδασκαλίας βελτίω γινόμενον, καὶ μιμούμενον τοῦ δικαίου τὸ φιλόθεον. Λαβὼν γὰρ, φησὶν, ὁ παῖς δέκα καμήλους καὶ ἀπὸ πάντων τῶν ἀγαθῶν τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ἀναστὰς ἐπορεύθη εἰς τὴν Μεσοποταμίαν εἰς τὴν πόλιν Ναχὼρ, καὶ ἐκοίμισε τὰς καμήλους ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ ὕδατος τὸ πρὸς ὀψὲ, ἡνίκα ἐκπορεύονται αἱ ὑδρευόμεναι. Καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ. Ὅρα τοῦ οἰκέτου τὴν εὐγνωμοσύνην. Τὸν τῆς οἰκουμένης Δεσπότην ἀπὸ τοῦ πατριάρχου ὀνομάζει· Κύριε γὰρ ὁ Θεὸς, φησὶ, τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ, ὁ τοσαύτας περὶ αὐτὸν εὐεργεσίας ἐπιδειξάμενος. Καὶ τί θαυμάζεις εἰ ὁ οἰκέτης αὐτὸν οὕτω καλεῖ Θεὸν Ἀβραάμ;
Μετάφραση
Και δείχνοντας πώς είχε εναποθέσει την εμπιστοσύνη του στη δύναμη του Θεού, απαγορεύει στον υπηρέτη να οδηγήσει εκεί τον Ισαάκ. Έπειτα, επειδή έδωσε ακριβείς εντολές στον υπηρέτη και τον απάλλαξε από την ανησυχία (διότι φοβόταν ο υπηρέτης μήπως βρεθεί ένοχος επιορκίας εάν δεν εκπληρώσει την προσταγή), έβαλε, λέει, το χέρι του κάτω από τον μηρό του, και του ορκίστηκε για το ζήτημα αυτό, ώστε να μην οδηγήσει εκεί τον Ισαάκ. Είδες πώς από την αρχή έδειξε ο υπηρέτης την αφοσίωσή του προς τον δεσπότη του; Δες τον, λοιπόν, να γίνεται καλύτερος μέσα από τη διδασκαλία του πατριάρχη και να μιμείται τη φιλοθεΐα του δικαίου. Διότι, αφού πήρε, λέει, ο υπηρέτης δέκα καμήλες και από όλα τα αγαθά του κυρίου του, αναχώρησε και πορεύθηκε στη Μεσοποταμία, στην πόλη του Ναχώρ, και έβαλε τις καμήλες να αναπαυθούν έξω από την πόλη, κοντά στο πηγάδι του νερού, προς το βράδυ, την ώρα που βγαίνουν οι γυναίκες για να αντλήσουν νερό. Και είπε: «Κύριε, ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ». Δες την ευγνωμοσύνη του υπηρέτη. Αποκαλεί τον Δεσπότη της οικουμένης με βάση το όνομα του πατριάρχη. Λέει, δηλαδή, «Κύριε, ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ», Εσύ που έδειξες τόσες ευεργεσίες σε αυτόν. Και γιατί εκπλήσσεσαι εάν ο υπηρέτης Τον αποκαλεί έτσι, Θεό του Αβραάμ;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες