Εἶπε γὰρ, φησὶ, Μήποτε ἀποθάνω δι᾽ αὐτήν· ὁ τοῦ θανάτου φόβος εἰς τοῦτό με ἐλθεῖν κατηνάγκασεν. Ἴσως δὲ μεμαθηκὼς ἦν, ὅτι καὶ ὁ πατὴρ τοῦτο τὸ δρᾶμα κατασκευάσας διέσωσεν ἑαυτὸν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς ταύτην ἦλθε τὴν ὁδόν. Ἀλλ᾽ ὁ βασιλεὺς ἔναυλον ἔχων τὴν μνήμην ὧν πέπονθεν ἐπὶ τοῦ πατριάρχου τὴν Σάῤῥαν ἀφελόμενος, παραχρῆμα ὑπὸ τῆς ἄνωθεν ἐπιτιμήσεως ἑαυτὸν ὑπεύθυνον καταστήσας, φησὶ πρὸς αὐτόν· Τί τοῦτο ἐποίησας; Μικροῦ ἐκοιμήθη τις τοῦ γένους μου μετὰ τῆς γυναικός σου, καὶ ἐπήγαγες ἂν ἐφ᾽ ἡμᾶς ἄγνοιαν. Ταύτην, φησὶ, τὴν ἀπάτην καὶ ἤδη ὑπέστημεν ὑπὸ τοῦ πατρὸς τοῦ σοῦ, καὶ νῦν εἰ μὴ ταχέως συνείδομεν, τὰ αὐτὰ ἂν ἐμέλλομεν ὑπομένειν, Καὶ ἐπήγαγες ἂν ἐφ᾽ ἡμᾶς ἄγνοιαν. Καὶ γὰρ καὶ τότε δι᾽ ἄγνοιαν ἁμαρτάνειν ἐμέλλομεν, καὶ νῦν ὑπὸ τῆς ἀγνοίας μικροῦ δεῖν ἡμᾶς ἁμαρτίᾳ περιπεσεῖν παρεσκεύασας. Συνέταξε δὲ, φησὶν, Ἀβιμέλεχ τῷ λαῷ αὐτοῦ λέγων· Πᾶς ὁ ἁπτόμενος τοῦ ἀνθρώπου τούτου, ἢ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, θανάτου ἔνοχος ἔσται Ὅρα Θεοῦ πρόνοιαν, ὅρα κηδεμονίαν ἄφατον. Ὁ γὰρ εἰπὼν αὐτῷ Μὴ καταβῇς εἰς Αἴγυπτον, καὶ κατοίκει ἐν τῇ γῇ ταύτῃ, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ· οὗτος ἦν ὁ ταῦτα πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸν δίκαιον ἐν τοσαύτῃ ἀσφαλείᾳ καθιστάς.
Μετάφραση
«Διότι είπε», λέει, «μήπως πεθάνω εξαιτίας της· ο φόβος του θανάτου με ανάγκασε να φτάσω σε αυτό το σημείο». Ίσως δε να είχε μάθει ότι και ο πατέρας του, έχοντας επινοήσει αυτό το τέχνασμα, έσωσε τον εαυτό του, και για αυτόν τον λόγο ακολούθησε και αυτός τον ίδιο δρόμο. Αλλά ο βασιλιάς, έχοντας νωπή τη μνήμη όσων είχε πάθει την εποχή του πατριάρχη όταν πήρε τη Σάρρα, καθιστώντας τον εαυτό του αμέσως υπόλογο στην άνωθεν τιμωρία, του λέει: «Τι είναι αυτό που έκανες; Παρά λίγο να κοιμηθεί κάποιος από το γένος μου με τη γυναίκα σου, και θα επέφερες σε εμάς αμάρτημα από άγνοια». Αυτήν την απάτη, λέει, την έχουμε ήδη υποστεί από τον πατέρα σου, και τώρα, αν δεν το είχαμε αντιληφθεί γρήγορα, θα επρόκειτο να υποστούμε τα ίδια, «και θα επέφερες σε εμάς αμάρτημα από άγνοια». Διότι και τότε από άγνοια επρόκειτο να αμαρτήσουμε, και τώρα εξαιτίας της άγνοιας παρά λίγο να μας κάνεις να περιπέσουμε σε αμαρτία. Και έδωσε εντολή, λέει, ο Αβιμέλεχ στον λαό του, λέγοντας: «Οποιοσδήποτε αγγίξει αυτόν τον άνθρωπο ή τη γυναίκα του, θα είναι ένοχος θανάτου». Δες την πρόνοια του Θεού, δες την άφατη κηδεμονία Του. Διότι Εκείνος που του είπε «Μην κατέβεις στην Αίγυπτο, αλλά κατοίκησε σε τούτη τη γη, και εγώ θα είμαι μαζί σου», Αυτός ήταν που τα οικονομούσε όλα αυτά, και περιέβαλλε τον δίκαιο με τόση μεγάλη ασφάλεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες