Ἄνθρωποι μὲν γὰρ κτίσματα τυγχάνοντες ἐπεκτείνεσθαί πως καὶ προκόπτειν ἐν ἀρετῇ δύνανται· Ἐνὼχ γοῦν οὕτω «μετετέθη», καὶ Μωσῆς αὐξάνων ἐτελειοῦτο· Ἰσαάκ τε προκόπτων «ἐγίνετο μέγας», καὶ ὁ ἀπόστολος «ἐπεκτείνεσθαι» καθ’ ἡμέραν «τοῖς ἔμπροσθεν» ἔλεγεν. εἶχε γὰρ ἕκαστος ποῦ προκόψει βλέπων εἰς τὸν ἔμπροσθεν αὐτοῦ βαθμόν· ὁ δὲ τοῦ θεοῦ υἱὸς ὁ μόνος ὢν ποῦ εἶχεν ἐπεκτείνεσθαι; πάντα γὰρ εἰς αὐτὸν βλέποντα προκόπτει· αὐτὸς δὲ μόνος ὢν ἐν τῷ μόνῳ πατρί ἐστιν, ἀφ’ οὗ οὐδὲ ἐπεκτείνεται, ἀλλ’ ἐν αὐτῷ μένων ἐστὶν ἀεί. ἀνθρώπων μὲν οὖν ἐστι τὸ προκόπτειν, ὁ δὲ τοῦ θεοῦ υἱός, ἐπεὶ προκόπτειν οὐκ εἶχε τέλειος ὢν ἐν τῷ πατρί, «ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν» ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἐν τῷ ἐκείνου ταπεινῷ μᾶλλον ἡμεῖς αὐξῆσαι δυνηθῶμεν. ἡ δὲ αὔξησις ἡμῶν οὐκ ἄλλη τίς ἐστιν ἢ τὸ ἀφίστασθαι μὲν τῶν αἰσθητῶν, εἰς αὐτὸν δὲ τὸν λόγον γενέσθαι· ἐπεὶ καὶ τὸ ἐκείνου ταπεινὸν οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ τὸ λαβεῖν τὴν ἡμετέραν σάρκα. οὐκ ἄρα ὁ λόγος ἦν, ᾗ λόγος ἐστίν, ὁ προκόπτων, ὁ τέλειος ἐκ τελείου ὢν τοῦ πατρός, ὁ μηδενὸς δεόμενος, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους εἰς προκοπὴν ἀνάγων. ἀλλὰ ἀνθρωπίνως εἴρηται καὶ ἐνταῦθα προκόπτειν, ἐπεὶ καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐστὶ πάλιν ἡ προκοπή.
Μετάφραση
Διότι οι άνθρωποι, ως δημιουργήματα που είναι, μπορούν κατά κάποιον τρόπο να επεκτείνονται και να προκόπτουν στην αρετή· ο Ενώχ, για παράδειγμα, με αυτόν τον τρόπο «μετατέθηκε», και ο Μωυσής αυξανόμενος έφθανε στην τελειότητα. Και ο Ισαάκ προκόπτοντας «γινόταν μέγας», και ο απόστολος έλεγε ότι καθημερινά «επεκτείνεται στα έμπροσθεν». Διότι ο καθένας είχε περιθώριο να προκόψει, αποβλέποντας στην ανώτερη από αυτόν βαθμίδα· ο Υιός όμως του Θεού, ο οποίος είναι μοναδικός, προς τα πού είχε να επεκταθεί; Διότι τα πάντα προκόπτουν αποβλέποντας σε αυτόν· ο ίδιος δε, όντας μοναδικός, βρίσκεται μέσα στον μοναδικό Πατέρα, από τον οποίο δεν απομακρύνεται, αλλά μένοντας σε αυτόν υπάρχει αιώνια. Γνώρισμα λοιπόν των ανθρώπων είναι η προκοπή, ενώ ο Υιός του Θεού, επειδή δεν είχε περιθώριο προκοπής όντας τέλειος μέσα στον Πατέρα, «ταπείνωσε τον εαυτό του» για χάρη μας, ώστε μέσω της δικής του ταπείνωσης να μπορέσουμε εμείς περισσότερο να αυξηθούμε. Και η αύξησή μας δεν είναι τίποτε άλλο από το να απομακρυνόμαστε από τα αισθητά και να φθάνουμε στον ίδιο τον Λόγο· διότι και η δική του ταπείνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πρόσληψη της δικής μας σάρκας. Επομένως, δεν πρόκοπτε ο Λόγος, καθόσον είναι Λόγος, αυτός που είναι τέλειος προερχόμενος από τέλειο Πατέρα, αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτα, αλλά μάλλον οδηγεί τους άλλους σε προκοπή. Αλλά διατυπώνεται με ανθρώπινο τρόπο και εδώ ότι προκόπτει, επειδή η προκοπή είναι και πάλι γνώρισμα των ανθρώπων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες