βʹ. Ἵνα μὴ νομίσῃ ὁ δίκαιος ὅτι βουλόμενος αὐτὸν τῆς στενοχωρίας τῆς ἀπὸ τοῦ λιμοῦ πεῖραν λαβεῖν, τοῦτο ἐπιτάττει, καὶ οὐ συγχωρεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον ἀπελθεῖν, φησί· Μὴ ἀγωνία, μηδὲ φρόντιζε, ἀλλ᾽ ἐνταῦθα μένε· Ἐγὼ γὰρ ἔσομαι μετὰ σοῦ. Τὸν χορηγὸν ἁπάντων τῶν ἀγαθῶν ἔχων, μὴ φρόντιζε μηδενός.
Μετάφραση
Βʹ. Για να μη νομίσει ο δίκαιος ότι, επειδή επιθυμούσε να λάβει αυτός πείρα της στενοχώριας από τον λιμό, του προστάζει αυτό και δεν του επιτρέπει να αναχωρήσει για την Αίγυπτο, λέει: Μην αγωνιάς και μη μεριμνάς, αλλά μείνε εδώ· διότι εγώ θα είμαι μαζί σου. Εφόσον έχεις τον χορηγό όλων των αγαθών, μη μεριμνάς για τίποτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες