Ἐφοβήθη γὰρ εἰπεῖν, ὅτι Γυνή μου ἐστὶ, μή ποτε ἀποκτείνωσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως δι᾽ αὐτήν. Ὅρα πῶς ὑπὸ τυραννικωτάτων παθῶν ἐπολιορκεῖτο ἡ τοῦ δικαίου ψυχὴ, καὶ ὁ φόβος αὐτὸν ἐξωθεῖτο. Ἀλλὰ καίτοι σφόδρα χαλεπὸν ὄντα τὸν πρότερον φόβον, τὸν τῆς προδοσίας τῆς γυναικὸς, παρωθεῖτο ὁ τοῦ θανάτου φόβος. Ἵνα γὰρ τοῦτον διαφύγῃ, ὑπέμεινεν ὁρᾷν τοῖς οἰκείοις ὀφθαλμοῖς τὴν κοινωνὸν αὐτῷ τοῦ βίου ὑπὸ ταῖς τοῦ βασιλέως χερσὶ γενομένην. Ὅσον δὲ τοῦτό ἐστιν ἀφόρητον, ἴσασιν ὅσοι γυναῖκας ἔχουσι. Διὰ τοῦτο καὶ σοφός τις ἔλεγε· Μεστὸς ζήλου θυμὸς ἀνδρὸς αὐτῆς· οὐ φείσεται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, οὐκ ἀνταλλάξεται οὐδενὸς λύτρου τὴν ἔχθραν. Ἀλλὰ τὸ βαρὺ τοῦτο καὶ πᾶσιν ἀφόρητον ὅρα πῶς διὰ τὸν τοῦ θανάτου φόβον γενναίως ὁ δίκαιος ἤνεγκε. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπὶ τῶν σωματικῶν παθῶν συμβαίνειν ἔθος· ἐπειδὰν γὰρ δύο κατὰ ταὐτὸ πάθη πολιορκῇ τὸ σῶμα τὸ ἡμέτερον, ἡ τοῦ ἑνὸς ἐπίτασις ἀποκρύπτει τὸ ἕτερον, καὶ ὅλοι τῆς ὀδύνης ἐκείνης γινόμεθα, καὶ πολλάκις οὐδὲ αἴσθησιν τοῦ ἑτέρου λαμβάνομεν, τῆς πολλῆς ὀδύνης περισπώσης ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἀφιείσης τοῦ ἐλάττονος πάθους πεῖραν λαβεῖν. Τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ὁ δίκαιος οὗτος νῦν ὁρῶν τοῦ θανάτου τὸν φόβον ἐπικείμενον, πάντα τὰ λοιπὰ φορητὰ ἡγεῖτο.
Μετάφραση
Διότι φοβήθηκε να πει ότι «είναι γυναίκα μου», μήπως τυχόν τον σκοτώσουν οι άνδρες της πόλεως εξαιτίας της. Πρόσεξε πώς πολιορκούνταν η ψυχή του δικαίου από τυραννικότατα πάθη και πώς τον εξωθούσε ο φόβος. Αλλά, μολονότι ο πρώτος φόβος, δηλαδή ο φόβος της παράδοσης της γυναίκας του, ήταν εξαιρετικά βαρύς, ο φόβος του θανάτου τον παραμέριζε. Διότι, για να αποφύγει τον θάνατο, υπέμεινε να βλέπει με τα ίδια του τα μάτια τη σύντροφο της ζωής του να παραδίδεται στα χέρια του βασιλιά. Το πόσο αφόρητο είναι αυτό, το γνωρίζουν καλά όσοι έχουν γυναίκες. Γι' αυτό και κάποιος σοφός έλεγε: «Γεμάτος ζήλια είναι ο θυμός του συζύγου της· δεν θα δείξει κανένα έλεος την ημέρα της κρίσεως, και με κανένα λύτρο δεν πρόκειται να ανταλλάξει την έχθρα του». Όμως, αυτό το τόσο βαρύ και σε όλους αφόρητο, δες πώς, εξαιτίας του φόβου του θανάτου, το υπέμεινε γενναία ο δίκαιος. Αυτό άλλωστε συνηθίζει να συμβαίνει και με τα σωματικά πάθη· διότι, όταν δύο πάθη πολιορκούν ταυτόχρονα το σώμα μας, η ένταση του ενός επισκιάζει το άλλο, και παραδινόμαστε ολόκληροι στην πρώτη οδύνη, και πολλές φορές δεν έχουμε καν αίσθηση του άλλου πόνου, επειδή η μεγάλη οδύνη μάς αποσπά την προσοχή και δεν μας αφήνει να νιώσουμε το μικρότερο πάθος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και αυτός ο δίκαιος τώρα, βλέποντας τον φόβο του θανάτου να επικρέμαται, θεωρούσε όλα τα υπόλοιπα υποφερτά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες