γʹ. Μίμησαι τοίνυν ἐκείνου τὴν ὑπακοὴν, καὶ τοῖς παρ᾽ ἐμοῦ λεγομένοις πίστευε, ἵνα πολυπλασίονος τῆς ἀμοιβῆς ἀξιωθῇς, ὑπέρ τε τῆς τοῦ πατρὸς ἀρετῆς, ὑπέρ τε τῆς οἰκείας ὑπακοῆς, καὶ μὴ καταβῇς εἰς Αἴγυπτον, ἀλλ᾽ ἐνταῦθα μένε. Εἶδες Θεοῦ φιλανθρωπίαν, ὅπως διὰ τῆς μνήμης τῆς ἀρετῆς τοῦ πατρὸς τούτου τὸν λογισμὸν ἐνεύρωσε; Κατῴκησε δὲ, φησὶν, Ἰσαὰκ ἐν Γεράροις. Ὅρα τοῖς αὐτοῖς καὶ τοῦτον περιπίπτοντα σχεδὸν, οἷς ὁ πατὴρ περιέπεσεν. Ἐπειδὴ γὰρ τὴν κατοίκησιν ἐποιήσατο ἐν Γεράροις, Ἐπηρώτησαν, φησὶν, οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ τῆς Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν, Ἀδελφή μου ἐστίν· ἐφοβήθη γὰρ μήποτε ἀποκτείνωσιν αὐτὸν, ἡττώμενοι τοῦ κάλλους τῆς γυναικός. Μήποτε γὰρ, φησὶν, ἀποκτείνωσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ Ῥεβέκκας, ὅτι ὡραία τῇ ὄψει ἦν. Ἐγένετο δὲ πολυχρόνιος ἐκεῖ. Παρακύψας δὲ Ἀβιμέλεχ εἶδε τὸν Ἰσαὰκ παίζοντα μετὰ Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἆρά γε γυνή σου ἐστίν; Τί ὅτι εἶπες, Ἀδελφή μου ἐστίν; Ἐπειδὴ ἐκ τῶν τεκμηρίων ἐφωράθη ὁ δίκαιος, οὐκέτι λοιπὸν ἀρνεῖται, ἀλλ᾽ ὁμολογεῖ, καὶ τὴν αἰτίαν φανερὰν καθίστησι, δι᾽ ἣν ἀδελφὴν καλέσαι κατεδέξατο.
Μετάφραση
γ΄. Μιμήσου λοιπόν τη δική του υπακοή και πίστεψε στα δικά μου λόγια, για να αξιωθείς πολλαπλάσια αμοιβή, τόσο για την αρετή του πατέρα σου όσο και για τη δική σου υπακοή, και μην κατέβεις στην Αίγυπτο, αλλά μείνε εδώ. Είδες τη φιλανθρωπία του Θεού, πώς μέσα από την ανάμνηση της αρετής του πατέρα του δυνάμωσε τον λογισμό του; «Κατοίκησε δε», λέει, «ο Ισαάκ στα Γέραρα». Δες πώς και αυτός περιέπεσε σχεδόν στις ίδιες καταστάσεις, στις οποίες είχε περιπέσει ο πατέρας του. Διότι, όταν εγκαταστάθηκε στα Γέραρα, «ρώτησαν», λέει, «οι άνδρες του τόπου για τη Ρεβέκκα, τη γυναίκα του, και εκείνος απάντησε: Είναι αδελφή μου»· επειδή φοβήθηκε μήπως τον σκοτώσουν, νικημένοι από την ομορφιά της γυναίκας. Διότι σκέφτηκε μήπως, όπως λέει, τον σκοτώσουν οι άνδρες του τόπου εξαιτίας της Ρεβέκκας, επειδή ήταν ωραία στην όψη. Και παρέμεινε εκεί πολύ καιρό. Σκύβοντας δε να κοιτάξει ο Αβιμέλεχ, είδε τον Ισαάκ να χαριεντίζεται με τη Ρεβέκκα τη γυναίκα του, και τον κάλεσε και του είπε: «Ώστε γυναίκα σου είναι; Γιατί είπες: Είναι αδελφή μου;». Επειδή λοιπόν ο δίκαιος αποκαλύφθηκε από τις αποδείξεις, δεν το αρνείται πλέον, αλλά το ομολογεί, και καθιστά φανερή την αιτία για την οποία δέχτηκε να την ονομάσει αδελφή του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες