βʹ. Γέγραπται τοίνυν ὡδὶ πάλιν, «Καὶ ἐξάρας Ἰακὼβ τοὺς πόδας, ἐπορεύθη εἰς γῆν ἀνατολῶν, πρὸς Λάβαν τὸν υἱὸν Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, ἀδελφὸν δὲ Ῥεβέκκας μητρὸς Ἰακὼβ καὶ Ἡσαῦ. Καὶ ὁρᾷ, καὶ ἰδοὺ φρέαρ ἐν τῷ πεδίῳ. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ τρία ποίμνια προβάτων ἀναπαυόμενα ἐπ᾽ αὐτοῦ. Ἐκ γὰρ τοῦ φρέατος ἐκείνου ἐπότιζον τὰ ποίμνια. Λίθος δὲ ἦν μέγας ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ φρέατος, καὶ συνήγοντο ἐκεῖ πάντα τὰ ποίμνια, καὶ ἀπεκύλιον τὸν λίθον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ φρέατος, καὶ ἐπότιζον τὰ πρόβατα, καὶ ἀποκαθίστων τὸν λίθον ἐπὶ τὸ στόμα τοῦ φρέατος, εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ. Εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰακώβ· Ἀδελφοὶ, πόθεν ἐστὲ ὑμεῖς; Οἱ δὲ εἶπον, ἐκ Χαῤῥάν ἐσμεν.
Μετάφραση
β΄. Είναι γραμμένο, λοιπόν, πάλι ως εξής: «Και ξεκίνησε ο Ιακώβ και πορεύθηκε στη γη της ανατολής, προς τον Λάβαν τον γιο του Βαθουήλ του Σύρου, αδελφό δε της Ρεβέκκας, της μητέρας του Ιακώβ και του Ησαύ. Και βλέπει, και να, ένα πηγάδι στην πεδιάδα. Και υπήρχαν εκεί τρία κοπάδια προβάτων που αναπαύονταν δίπλα του. Διότι από το πηγάδι εκείνο πότιζαν τα κοπάδια. Υπήρχε δε ένας μεγάλος λίθος πάνω στο στόμιο του πηγαδιού, και συγκεντρώνονταν εκεί όλα τα κοπάδια, και αποκυλούσαν τον λίθο από το στόμιο του πηγαδιού, και πότιζαν τα πρόβατα, και επέστρεφαν τον λίθο στο στόμιο του πηγαδιού, στη θέση του. Είπε δε σε αυτούς ο Ιακώβ: Αδελφοί, από πού είστε; Οι δε απάντησαν: Από τη Χαρράν είμαστε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες