Ἐγένετο δὲ ὡς ἤκουσε Λάβαν τὸ ὄνομα Ἰακὼβ τοῦ υἱοῦ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ, ἔδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτοῦ, καὶ περιλαβὼν αὐτὸν, ἐφίλησε, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ διηγήσατο τῷ Λάβαν πάντας τοὺς λόγους τούτους, καὶ εἶπεν αὐτῷ Λάβαν· »Ἐκ τῶν ὀστῶν μου καὶ ἐκ τῶν σαρκῶν εἶ σύ.» Μετὰ τὴν ἐξαίρετον ἐκείνην θεοπτίαν καὶ ἀποκάλυψιν· τεθέαται μὲν γὰρ κλίμακα διήκουσαν εἰς τὸν οὐρανὸν, ἐφεστῶτα δὲ τὸν Κύριον ἐπ᾽ αὐτῆς, καὶ ἄνω τε καὶ κάτω διαθεόντας τοὺς ἀγγέλους, ἤκουσέ τε σαφῶς, ὅτι καὶ συνέσται Θεὸς αὐτῷ, καὶ εἰς πληθὺν ἀμέτρητον ἁπλώσει λαῶν τὸ σπέρμα αὐτοῦ. Μετὰ τὸ ἀναστηλῶσαι τὸν λίθον εἰς τύπον Χριστοῦ, τότε δὴ, τότε τεθαῤῥηκότως, καὶ ἐρηρεισμένην ἔχων ἐπὶ Θεῷ τὴν ἐπὶ τοῖς ἐσομένοις ἐλπίδα, πρὸς τὸν τῆς ἀποδημίας σκοπὸν συντείνεται, καὶ εἰς γῆν ἀφικνεῖται τὴν πρὸς ἠῶ κειμένην. Καὶ γνώριμον εὐθὺς καθίστησιν ἑαυτὸν πολλοῖς μὲν ποιμέσιν, ὡς εἴη τις καὶ αὐτὸς τῶν ἄγαν ἐξησκημένων εἰς ποιμαντικήν. Ἐντριβὲς δὲ ὅτι χρῆμα αὐτῷ φανερὸν καθίστησι λέγων· «Ἔτι ἐστὶν ἡμέρα πολλή. Νῦν οὖν ποτίσαντες τὰ πρόβατα, ἀπελθόντες βόσκετε.» Γνωρίζεται δὲ καὶ τῇ τοῦ Λάβαν θυγατρὶ πρωτόλειον ὥσπερ τι καὶ ἀπαρχὴν τῆς ἐνούσης αὐτῷ καλοκἀγαθίας ἐπιδιδοὺς, τὸ ἀξιῶσαι φροντίδος τὰ ὑπ᾽ αὐτῆς βοσκόμενα καὶ ποτίσαι τὰ πρόβατα.
Μετάφραση
Και συνέβη, όταν άκουσε ο Λάβαν το όνομα του Ιακώβ, του γιου της αδελφής του, έτρεξε να τον συναντήσει και, αφού τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον οδήγησε στο σπίτι του. Και ο Ιακώβ διηγήθηκε στον Λάβαν όλα αυτά τα γεγονότα, και του είπε ο Λάβαν: «Από τα οστά μου και από τις σάρκες μου είσαι εσύ». Μετά από εκείνη την εξαιρετική θεοπτία και αποκάλυψη· διότι είδε μεν κλίμακα που έφθανε μέχρι τον ουρανό, και τον Κύριο να στέκεται πάνω της, και τους αγγέλους να ανεβοκατεβαίνουν, άκουσε δε καθαρά, ότι και ο Θεός θα είναι μαζί του, και θα επεκτείνει το σπέρμα του σε αμέτρητο πλήθος λαών. Μετά την αναστήλωση του λίθου ως τύπο του Χριστού, τότε πλέον, τότε με θάρρος, και έχοντας στηριγμένη στον Θεό την ελπίδα για τα μελλοντικά, κατευθύνεται προς τον σκοπό της αποδημίας του, και φθάνει στη γη που βρίσκεται προς την ανατολή. Και αμέσως κάνει τον εαυτό του γνωστό σε πολλούς ποιμένες, ως κάποιον που είναι και ο ίδιος άκρως εξασκημένος στην ποιμαντική. Το ότι δε του είναι οικείο το αντικείμενο το καθιστά φανερό λέγοντας: «Είναι ακόμη πολλή η ημέρα. Τώρα λοιπόν, αφού ποτίσετε τα πρόβατα, πηγαίνετε να τα βοσκήσετε». Γνωρίζεται επίσης και με την κόρη του Λάβαν, προσφέροντας σαν ένα είδος πρώτου καρπού και απαρχής της εγγενούς του καλοκαγαθίας το να θεωρήσει άξια φροντίδας τα ποίμνια που έβοσκε εκείνη και να ποτίσει τα πρόβατα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες