Σημεῖον οὖν ἄρα, καὶ μάλα σαφὲς, τῆς ἐν πίστει τε καὶ πνευματικῆς ἑνώσεως τῶν δύο λαῶν τὸ περιπλέκεσθαι τῷ Ἰακὼβ τὸν Λάβαν, ὁμολογῆσαί τε ὅτι καὶ ὀστοῦν εἴη καὶ σὰρξ αὐτοῦ. Ὅτι δὴ πρὸς τούτοις ἕτερον, φέρε δὴ λέγωμεν, ἐξ αὐτῶν ἑλόντες τῶν ἱερῶν Γραμμάτων. «Εἶπε γὰρ, φησὶ, Λάβαν τῷ Ἰακώβ· Ὅτι γὰρ ἀδελφός μου εἶ, οὐ δουλεύσεις μοι δωρεάν. Ἀπάγγειλόν μοι τίς ὁ μισθός σού ἐστι. Τῷ δὲ Λάβαν ἦσαν δύο θυγατέρες, ὄνομα τῇ μείζονι Λεία, καὶ ὄνομα τῇ νεωτέρᾳ Ῥαχήλ. Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ Λείας ἀσθενεῖς, Ῥαχὴλ δὲ ἦν καλὴ τῷ εἴδει καὶ ὡραία τῇ ὄψει σφόδρα. Ἠγάπησε δὲ Ἰακὼβ τὴν Ῥαχὴλ, καὶ εἶπε· Δουλεύσω σοι ἑπτὰ ἔτη περὶ Ῥαχὴλ τῆς θυγατρός σου τῆς νεωτέρας. Εἶπε δὲ αὐτῷ Λάβαν· Βέλτιον δοῦναί με αὐτὴν σοὶ, ἢ δοῦναί με αὐτὴν ἀνδρὶ ἑτέρῳ. Οἴκησον μετ᾽ ἐμοῦ. Καὶ ἐδούλευσεν Ἰακὼβ περὶ Ῥαχὴλ ἔτη ἑπτά. Καὶ ἦσαν ἐναντίον αὐτοῦ ὡσεὶ ἡμέραι ὀλίγαι, παρὰ τὸ ἀγαπᾷν αὐτὸν αὐτήν. Εἶπε δὲ Ἰακὼβ τῷ Λάβαν· Δός μοι τὴν γυναῖκά μου. Πεπλήρωνται γὰρ αἱ ἡμέρα· μου, ὅπως εἰσέλθω πρὸς αὐτήν. Συνήγαγε δὲ Λάβαν πάντας τοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου, καὶ ἐποίησε γάμον. Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα. Καὶ λαβὼν Λάβαν Λείαν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ, εἰσήγαγε αὐτὴν πρὸς Ἰακώβ. Καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν Ἰακώβ.
Μετάφραση
Σημάδι, λοιπόν, και μάλιστα πολύ σαφές, της εν πίστει και πνευματικής ενώσεως των δύο λαών είναι το ότι ο Λάβαν αγκάλιασε τον Ιακώβ και ομολόγησε ότι είναι οστούν και σάρκα του. Ότι δε, εκτός από αυτά, υπάρχει και κάτι άλλο, ας το αναφέρουμε, αντλώντας το από αυτές τις ίδιες τις Ιερές Γραφές. «Διότι, λέει, ο Λάβαν είπε στον Ιακώβ: Επειδή είσαι αδελφός μου, δεν θα με υπηρετείς δωρεάν. Πες μου, ποιος θα είναι ο μισθός σου; Ο Λάβαν είχε δύο θυγατέρες, το όνομα της μεγαλύτερης ήταν Λεία και το όνομα της νεότερης Ραχήλ. Τα μάτια της Λείας ήταν ασθενικά, ενώ η Ραχήλ ήταν όμορφη στην εμφάνιση και πολύ ωραία στην όψη. Ο Ιακώβ αγάπησε τη Ραχήλ και είπε: Θα σε υπηρετήσω επτά έτη για τη Ραχήλ, τη νεότερη θυγατέρα σου. Και ο Λάβαν του είπε: Είναι καλύτερο να τη δώσω σε σένα παρά να τη δώσω σε άλλον άνδρα. Μείνε μαζί μου. Και ο Ιακώβ υπηρέτησε για τη Ραχήλ επτά έτη. Και του φάνηκαν σαν λίγες ημέρες, λόγω της αγάπης που της είχε. Είπε έπειτα ο Ιακώβ στον Λάβαν: Δώσε μου τη γυναίκα μου. Διότι έχουν συμπληρωθεί οι ημέρες μου, για να συνευρεθώ μαζί της. Ο Λάβαν συγκέντρωσε όλους τους άνδρες του τόπου και έκανε γάμο. Και έγινε βράδυ. Και ο Λάβαν πήρε τη θυγατέρα του, τη Λεία, και την έφερε στον Ιακώβ. Και ο Ιακώβ συνευρέθηκε μαζί της.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες