Ἕκαστον γὰρ πρὸς τὴν οἰκείαν συγγένειαν τὴν ἰδιότητα ἔχει. Τὸ μὲν σῶμα ὡς ἐξ ἠρεμούσης καὶ νεκρᾶς καὶ ἀκινήτου καὶ ἀναισθήτου γῆς ὑφεστώς, νεκρόν τε καὶ ἄψυχον καὶ ἀναίσθητον καὶ ἀκίνητον καὶ πάντη ἄπρακτον ἐν τῷ θανάτῳ γίνεται, κατὰ τὴν θείαν ἀπόφασιν τὴν περὶ τοῦ σώματος πρὸς τὸν Ἀδὰμ ῥηθεῖσαν ὅτι «Γῆ εἰ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ ὡς γῆ ἐξ ἧς καὶ ἐπλάσθης.» Ἡ δὲ ψυχὴ οὐκ ἐκ γῆς γέγονεν, οὐκ ἐξ ἀέρος, οὐκ ἐξ ὑδάτων, οὐκ ἐκ πυρός, οὐκ ἐκ φωτός, οὐκ ἐξ ἡλίου, οὐκ ἐκ νεφέλης, οὐδὲ ἐξ ἑτέρας τινὸς ὑποστάσεως ἢ οὐσίας κτιστῆς ὁρωμένης ἢ νοουμένης, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀχράντου καὶ ἀϊδίου καὶ ἀκαταλήπτου καὶ ἀνερμηνεύτου καὶ ἀοράτου καὶ ἀσχηματίστου καὶ ἀθανάτου καὶ ἀφθάρτου καὶ ἀψηλαφήτου καὶ ἀῤῥεύστου καὶ ἀσωμάτου φύσεως τοῦ θεοῦ τὴν κτίσιν καὶ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν πρόοδον διὰ τοῦ θείου ἐκείνου ἐμφυσήματος ἡ θεοείκελος καὶ θεόσδοτος καὶ θεόκτιστος καὶ θεόμοιος ἡμῶν ψυχὴ ἔσχεν, ὥσπερ ἔκ τινος πηγῆς ζωῆς ζωὴ καὶ ζωοποιὸς προελθοῦσα καὶ ὡς ἐκ θησαυροῦ φωτὸς λαμπηδὼν δημιουργηθεῖσα καὶ ὡς ἔκ τινος ἀβύσσου ἀϊδίου ἀρώματος εὐωδίας πνοὴ διὰ τοῦ θείου στόματος γεννηθεῖσα καὶ ἐξελθοῦσα καὶ τῷ Ἀδὰμ ἐνοικισθεῖσα. Καὶ ὅπως ἀποτολμήσας εἴπω, ἐκ τοῦ δημιουργοῦ τῶν ἁπάντων θεοῦ λόγου ἡ λογικὴ ἡμῖν μετεδόθη ψυχή, ἐκ τοῦ ἀχράντου στόματος εἰς ἡμᾶς ἐμπνευσθεῖσα, ἐκ θεοῦ καρδίας ἡμῖν καρδιωθεῖσα, ἐκ θεοῦ ψυχῆς ἡμῖν ἐμψυχωθεῖσα, ἐκ θεοῦ νοὸς ἡμῖν νοερωθεῖσα. Ὅθεν ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ ἀεικινήτου διὰ τοῦ στόματος καὶ ἐμφυσήματος τοῦ θείου προελθοῦσα καὶ γεννηθεῖσα, ἀεικίνητος ὑπάρχει, καὶ μόνη παρὰ πᾶσαν τὴν κτίσιν κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν θεοῦ ὑπάρχει καὶ προσηγορεύθη, ὡς ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ κατὰ χάριν τὰ τῆς θείας φύσεως ἰδιώματα τυπικῶς, λέγω δὴ τὸ ἀκατάληπτον, τὸ ἀόρατον, τὸ ἀσώματον, τὸ ἀσχημάτιστον, τὸ καθαρόν, τὸ ἀθάνατον, τὸ αἰώνιον, τὸ ἄφθαρτον, τὸ αὐτεξούσιον, τὸ ἀναμάρτητον, τὸ ζωοποιόν, τὸ σοφιστικόν, τὸ πνευματικόν, τὸ δημιουργητικόν.
Μετάφραση
Καθένα, πράγματι, έχει την ιδιότητά του σύμφωνα με τη συγγένεια που του είναι οικεία. Το σώμα, επειδή έχει συσταθεί από γη αδρανή, νεκρή, ακίνητη και αναίσθητη, γίνεται και αυτό στον θάνατο νεκρό, άψυχο, αναίσθητο, ακίνητο και εντελώς ανενέργητο, σύμφωνα με τη θεία απόφαση που ειπώθηκε στον Αδάμ για το σώμα: «Γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις, ως γη από την οποία και πλάστηκες». Η ψυχή όμως δεν προήλθε από τη γη, ούτε από τον αέρα, ούτε από τα νερά, ούτε από τη φωτιά, ούτε από το φως, ούτε από τον ήλιο, ούτε από το σύννεφο, ούτε από κάποια άλλη κτιστή υπόσταση ή ουσία, ορατή ή νοητή. Αλλά η θεοειδής, θεόδοτη, θεόκτιστη και θεόμορφη ψυχή μας έλαβε την κτίση, την ύπαρξη και την πρόοδό της από την ίδια την άχραντη, αΐδια, ακατάληπτη, ανερμήνευτη, αόρατη, ασχημάτιστη, αθάνατη, άφθαρτη, αψηλάφητη, αρρεύστη και ασώματη φύση του Θεού, διά του θείου εκείνου εμφυσήματος· προήλθε σαν ζωή και ζωοποιός δύναμη από κάποια πηγή ζωής, δημιουργήθηκε σαν λαμπάδα από θησαυρό φωτός, γεννήθηκε και εξήλθε σαν πνοή ευωδίας από κάποια άβυσσο αΐδιου αρώματος διά του θείου στόματος, και ενοικήθηκε στον Αδάμ. Και, για να τολμήσω να το πω, από τον Θεό Λόγο, τον δημιουργό των πάντων, μας μεταδόθηκε η λογική ψυχή· εμφυσήθηκε σε εμάς από το άχραντο στόμα, καρδιώθηκε μέσα μας από την καρδιά του Θεού, εμψυχώθηκε μέσα μας από την ψυχή του Θεού, νοερώθηκε μέσα μας από τον νου του Θεού. Γι’ αυτό, επειδή προήλθε και γεννήθηκε από τον ίδιο τον Θεό, τον αεικίνητο, διά του θείου στόματος και του θείου εμφυσήματος, είναι και αυτή αεικίνητη· και μόνη αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη κτίση, υπάρχει και ονομάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, επειδή έχει μέσα της, κατά χάριν και τυπικώς, τα ιδιώματα της θείας φύσεως· εννοώ δηλαδή το ακατάληπτο, το αόρατο, το ασώματο, το ασχημάτιστο, το καθαρό, το αθάνατο, το αιώνιο, το άφθαρτο, το αυτεξούσιο, το αναμάρτητο, το ζωοποιό, το σοφιστικό, το πνευματικό και το δημιουργικό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως λόγος γʹ.}