Ὅρα γάρ, μήπως δυνάμεθα μικρὸν παραβιαζόμενοι τὴν ἱστορίαν εἰπεῖν ὅτι ἐξεικονίζων πως καὶ προδιατυπῶν καὶ ἐν τούτῳ ὁ Ἀδὰμ τὴν τοῦ ἀφθάρτου καὶ ἀΰλου θεοῦ λόγου σάρκωσιν καὶ ἀνθρωπογενῆ παχύτητα, ἐξ ἀφθάρτου τε καὶ ἀθανάτου καὶ ἀϋλοτέρου σώματος οὖ εἶχε, τὸ παχυμερὲς τοῦτο καὶ παθητὸν ὑπὸ τοῦ θεοῦ μετημφιάσθη σῶμα, ὡς καὶ Γρηγορίοις τοῖς θείοις δοκεῖ, ἐμφαίνοντος τοῦ τοιούτου ὑποδείγματος, τῆς γυμνώσεως λέγω καὶ ἐνδύσεως τοῦ Ἀδάμ, ὅτι γυμνὸς καὶ ἀπερικάλυπτος ὁ θεὸς λόγος περιβληθήσεται καὶ ἐνδυθήσεται ἀχειροποίητόν τινα καὶ θεόκτιστον δερμάτινον καὶ σάρκινον τῆς ἡμετέρας φύσεως χιτῶνα. Διατοῦτο γὰρ καὶ γυμνὸς ἐδημιουργήθη ὁ ἄνθρωπος καὶ οὐκ αὐτένδυτος καθάπερ καὶ τὰ κτήνη καὶ τὰ πετεινά· συνουσιωμένην ἑαυτοῖς τὴν σκέπην διὰ τῶν πτερῶν καὶ τῶν παχέων δερμάτων καὶ ἐρίων καὶ τριχῶν ἔχουσιν· οὗτος δὲ γυμνὸς καὶ ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος ὤν, εἰς εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ γυμνοῦ θεοῦ λόγου ἐνεδύθη δερμάτινον χιτῶνα ἄσπορον· οὐ γὰρ ἔκ τινος κτήνους τοῦτον ἀπέδυσεν ἢ ἀφείλατο ὁ θεός, ἀλλ’ ἀσπόρως καὶ θεοπλάστως αὐτὸν ὑπὲρ φύσιν ὑπέστησεν. Ὅθεν οὔτε κτηνώδης ἐξ ἀλόγου φύσεως ἦν ὁ χιτών, ἀλλὰ θεόπλαστος, καθὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος χειρὶ θεοῦ γεγονώς· προδιέγραφε γὰρ σαφῶς καὶ ἀναμφιβόλως τὴν ἄσπορον καὶ θεόκτιστον σάρκα τοῦ θεοῦ λόγου, ἣν ἐποίησεν αὐτῷ ὁ θεός, Ἰακὼβ καθάπερ τῷ ἰδίῳ υἱῷ Ἰωσὴφ τὸν ποικίλον ἐκεῖνον χιτῶνα. Εἰ γὰρ μὴ τὴν σάρκωσιν τοῦ γυμνοῦ δευτέρου Ἀδὰμ προδιέγραψεν ὁ δερμάτινος χιτών, τί δήποτε μὴ μᾶλλον βύσσινον ἢ λίνον ἢ ἄλλης τινὸς οὐσίας αὐτῷ ὁ θεὸς περιέθηκε χιτῶνα;
Μετάφραση
Δες λοιπόν μήπως μπορούμε, ασκώντας κάποια μικρή πίεση στην ιστορική διήγηση, να πούμε ότι και σε αυτό ο Αδάμ εικονίζει κατά κάποιον τρόπο και προδιαγράφει τη σάρκωση του άφθαρτου και άυλου Θεού Λόγου και την ανθρώπινη παχύτητα της σάρκας του, αφού από το άφθαρτο, αθάνατο και λεπτότερο, σχεδόν άυλο, σώμα που είχε, περιβλήθηκε από τον Θεό αυτό το παχύ και παθητό σώμα· όπως φαίνεται σωστό και στους θείους Γρηγορίους. Διότι αυτό το υπόδειγμα, εννοώ η γύμνωση και η ένδυση του Αδάμ, φανερώνει ότι ο γυμνός και απερίβλητος Θεός Λόγος θα περιβληθεί και θα ενδυθεί έναν αχειροποίητο και θεόκτιστο, δερμάτινο και σάρκινο χιτώνα της δικής μας φύσεως. Γι’ αυτό άλλωστε και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε γυμνός και όχι αυτενδυμένος, όπως τα κτήνη και τα πετεινά· γιατί εκείνα έχουν ως συνυφασμένη με την ίδια τους τη φύση τη σκέπη, μέσω των πτερύγων, των παχιών δερμάτων, των μαλλιών και των τριχών. Αυτός όμως, όντας γυμνός και άφθαρτος και αθάνατος, επειδή είχε γίνει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του γυμνού Θεού Λόγου, ενδύθηκε άσπορο δερμάτινο χιτώνα· διότι ο Θεός δεν τον έγδυσε ούτε τον αφαίρεσε από κάποιο ζώο, αλλά τον έφερε σε ύπαρξη κατά τρόπο άσπορο και θεόπλαστο, υπερφυσικά. Γι’ αυτό και ο χιτώνας αυτός δεν ήταν κτηνώδης, προερχόμενος από άλογη φύση, αλλά θεόπλαστος, όπως και ο άνθρωπος, ο οποίος έγινε από το χέρι του Θεού. Διότι προδιέγραφε σαφώς και αναμφιβόλως την άσπορη και θεόκτιστη σάρκα του Θεού Λόγου, την οποία ο Θεός κατασκεύασε γι’ Αυτόν, όπως ακριβώς ο Ιακώβ εκείνον τον ποικίλο χιτώνα για τον ίδιο του τον υιό Ιωσήφ. Αν λοιπόν ο δερμάτινος χιτώνας δεν προδιέγραφε τη σάρκωση του γυμνού δευτέρου Αδάμ, γιατί άραγε ο Θεός δεν του έβαλε μάλλον χιτώνα βύσσινο ή λινό ή από κάποια άλλη ύλη;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως εἰς τὸ κατ’ εἰκόνα, καὶ ἀπόδειξις ὅτι δι’ οὐδὲν ἕτερον ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ὁ θεὸς σύνθετον ἐκ θνητῆς καὶ ἀθανάτου φύσεως εἰ μὴ εἰς τύπον καὶ εἰκόνα τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ συνθέσεως τοῦ Χριστοῦ· λόγος δεύτερος.}