Ὥσπερ γὰρ αἱ τῆς γῆς κοιλάδες ὡς τόξα κολπούμεναι τὰς ἀκάνθας ὡς βέλη εἰς τὴν ὄψιν τοῦ οὐρανοῦ πέμπειν ἐπαγγέλονται, ὁ δὲ οὐρανὸς φλογίνην ῥομφαίαν στρεφομένην ἔχων τὸν ἥλιον τὰς ἀκάνθας δαπανᾷ, καὶ ταύτας ξηράνας τέφραν ποιεῖ, οὕτω καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὰ βέλη ὡς κοιλάδες ἀκάνθας ἐνέτειναν. Ἀλλ᾽ ὁ δίκαιος ὡς οὐρανὸς ἔχει τὸν νοητὸν ἥλιον, τὸν πυρὸς δίκην τὰς ἀκάνθας ἀναλίσκοντα· 〈Ὁ θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον.
Μετάφραση
Διότι, όπως ακριβώς οι κοιλάδες της γης, σχηματίζοντας καμπύλη σαν τόξα, ετοιμάζονται να εκτοξεύσουν τα αγκάθια σαν βέλη προς το πρόσωπο του ουρανού, ο δε ουρανός, έχοντας τον ήλιο ως φλογερή περιστρεφόμενη ρομφαία, καταστρέφει τα αγκάθια, και αφού τα ξηράνει τα μετατρέπει σε στάχτη, έτσι και οι αμαρτωλοί ετοίμασαν τα βέλη τους, όπως οι κοιλάδες τα αγκάθια. Αλλά ο δίκαιος, σαν τον ουρανό, έχει τον νοητό ήλιο, ο οποίος, δίκην πυρός, καταναλώνει τα αγκάθια· Ο Θεός ημών είναι πυρ καταναλίσκον.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες