Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἐπανέλθωμεν, κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Χριστοῦ δεικνύντες τὴν τοῦ ἀνθρώπου κατασκευὴν καὶ κατάστασιν καὶ μάλιστα αὐτὴν αὐτοῦ τὴν σύλληψιν τὴν ἐν γαστρὶ σαφῶς ἡμῖν κράζουσαν τὴν τοῦ Χριστοῦ καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν· ἀμφυπάρκτῳ γὰρ καὶ ἀῤῥήτῳ συνδρομῇ καὶ συνόδῳ διδύμῳ καὶ ἀνερμηνεύτῳ ἐν τῇ μήτρᾳ τῇ γυναικείᾳ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα συντρέχουσιν, ἡνίκα ἀνθρώπου γίνεται σύλληψις. Καὶ οὔτε σῶμα πρὸ τῆς ψυχῆς προδιαπλάττεται ἢ προκατασκευάζεται, οὔτε μὴν ψυχὴ πρὸ τοῦ σώματος συντρέχει ἢ προϋφίσταται, ἀλλὰ τὸ θνητὸν καὶ τὸ ἀθάνατον ὡσανεὶ δύο τινὲς ἑτερογενεῖς οὐσίαι ἀμφυπάρκτως συντρέχουσι, δηλοῦσαι τῶν δύο Χριστοῦ ἑτερογενῶν οὐσιῶν, τῆς ἀθανάτου θεότητος καὶ τῆς θνητῆς αὐτοῦ ἀνθρωπότητος, τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν. Τὸ μὲν οὖν θεῖον λόγιον τὸ φάσκον Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν περὶ τοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἀοράτου ἀνθρώπου νοῶν τις οὐκ ἂν ἁμάρτοι. Τὸ δὲ Ἰδοὺ γέγονεν Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβασιν ὡς εἶς ἐξ ἡμῶν σαφῶς καὶ ἀναμφιβόλως τὴν παχυμερῆ σάρκωσιν τοῦ θεοῦ λόγου τοῦ ἑνὸς τῆς τριάδος παρίστησιν. Ἐπισημήνασθαι γὰρ ἐχρῆν ὅτι ὅτε ὑλικὸς καὶ φθαρτὸς γέγονε, τότε ἐῤῥέθη αὐτῷ τὸ ὡς εἶς ἐξ ἡμῶν. Οἱ δὲ φάσκοντες ὅτι μυκτηρίζων αὐτὸν ὁ θεὸς τοῦτο εἶπεν ὡς ἀπατηθέντα ὑπὸ τοῦ ὄφεως, ἀκουέτωσαν ὅτι οὐ συμφωνεῖ ἡ τοῦ θεοῦ φωνὴ πρὸς τὴν συμβουλὴν τοῦ ὄφεως. Ὁ μὲν γὰρ ὄφις φησὶν ὅτι Ἔσεσθε ὡς θεοί, ὁ δὲ θεὸς οὐκ εἶπεν «Ἰδοὺ γεγόνατε ὡς θεοί», ἀλλ’ Ἰδοὺ γέγονεν Ἀδὰμ ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν. Πολυθεΐαν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὁ ὄφις λέγει τὸ Ἔσεσθε ὡς θεοί, ὁ δὲ θεὸς οὐ πληθυντικῶς, ἀλλὰ μονοπροσώπως τῷ Ἀδὰμ λέγει ὅτι Γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τουτέστιν ὡς εἷς τῆς ἁγίας τριάδος. Εἰ δὲ ὀνειδιστικὸν ἦν τὸ τοιοῦτον ῥῆμα, ἐχρῆν πρὸς τοὺς ἀμφοτέρους τὴν ἐπίπληξιν ποιήσασθαι, καὶ πολλῷ πλέον πρὸς τὴν γυναῖκα τὴν τὸν Ἀδὰμ ἀπατήσασαν. Πλὴν εἴτε οὕτως εἴτε οὕτως, τὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐνανθρωπήσεως σαφῶς μυστήριον προδιεγράφετο ἐν τῇ τοῦ συνθέτου Ἀδὰμ κατασκευῇ· καὶ κατὰ τοῦτο ἐκλήθη ὁ Ἀδὰμ ὡς εἷς τῆς τριάδος γεγονώς.
Μετάφραση
Αλλ’ ας επανέλθουμε στο προκείμενο, δείχνοντας, κατά την εικόνα και ομοίωση του Χριστού, την κατασκευή και την κατάσταση του ανθρώπου, και μάλιστα αυτήν την ίδια τη σύλληψή του μέσα στη γαστέρα, η οποία μας διακηρύσσει καθαρά την καθ’ υπόσταση ένωση του Χριστού. Διότι μέσα στη γυναικεία μήτρα, όταν γίνεται η σύλληψη ανθρώπου, ψυχή και σώμα συντρέχουν με αμοιβαία συνύπαρξη, με άρρητη συνδρομή και με διττή και ανερμήνευτη σύνοδο. Και ούτε το σώμα προπλάθεται ή προκατασκευάζεται πριν από την ψυχή, ούτε βέβαια η ψυχή συντρέχει ή προϋπάρχει πριν από το σώμα· αλλά το θνητό και το αθάνατο, σαν δύο ετερογενείς ουσίες, συντρέχουν με αμοιβαία συνύπαρξη, φανερώνοντας την καθ’ υπόσταση ένωση των δύο ετερογενών ουσιών του Χριστού, της αθανάτου θεότητός του και της θνητής ανθρωπότητός του. Το μεν λοιπόν θείο λόγιο που λέει «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», αν κανείς το νοήσει για τον αόρατο εσωτερικό άνθρωπο που είναι μέσα μας, δεν θα σφάλλει. Το δε «Ἰδοὺ γέγονεν Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβασιν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν» παρουσιάζει καθαρά και αναμφίβολα την παχυμερή σάρκωση του Θεού Λόγου, του ενός της Τριάδος. Διότι έπρεπε να επισημανθεί ότι τότε ειπώθηκε γι’ αυτόν το «ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν», όταν έγινε υλικός και φθαρτός. Όσοι δε λέγουν ότι ο Θεός το είπε αυτό περιγελώντας τον, ως εξαπατημένο από τον όφι, ας ακούσουν ότι η φωνή του Θεού δεν συμφωνεί με τη συμβουλή του όφεως. Διότι ο μεν όφις λέγει: «Ἔσεσθε ὡς θεοί», ο δε Θεός δεν είπε: «Ἰδοὺ γεγόνατε ὡς θεοί», αλλά: «Ἰδοὺ γέγονεν Ἀδὰμ ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν». Επειδή ο όφις, διδάσκοντάς τους πολυθεΐα, λέγει το «Ἔσεσθε ὡς θεοί», ενώ ο Θεός δεν το λέγει σε πληθυντικό, αλλά αποδίδοντάς το σε ένα μόνο πρόσωπο λέγει προς τον Αδάμ ότι «γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν», δηλαδή ως ένας της αγίας Τριάδος. Και αν ένας τέτοιος λόγος ήταν ονειδιστικός, έπρεπε να απευθύνει την επίπληξη και στους δύο, και πολύ περισσότερο προς τη γυναίκα που εξαπάτησε τον Αδάμ. Πλην είτε έτσι είτε αλλιώς, το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Χριστού προδιαγραφόταν καθαρά στην κατασκευή του σύνθετου Αδάμ· και γι’ αυτό ο Αδάμ ονομάστηκε ως γενόμενος σαν ένας της Τριάδος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως εἰς τὸ κατ’ εἰκόνα, καὶ ἀπόδειξις ὅτι δι’ οὐδὲν ἕτερον ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ὁ θεὸς σύνθετον ἐκ θνητῆς καὶ ἀθανάτου φύσεως εἰ μὴ εἰς τύπον καὶ εἰκόνα τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ συνθέσεως τοῦ Χριστοῦ· λόγος δεύτερος.}