Ἀμήν.〉 Ὁ τοῦ Ἀαρὼν χιτὼν ἀπὸ ὑακίνθου καὶ βύσσου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου κατεσκευάζετο· ὁ δὲ τῆς ἐκκλησίας χιτὼν ἔχει ὑάκινθον τὴν οὐράνιον τοῦ Χριστοῦ θεότητα καὶ βύσσον τὴν ἐκ παρθένου σάρκα καὶ πορφύραν τὸ πάθος—〈ἐνδύουσιν αὐτὸν πορφύραν〉—καὶ κόκκινον τὸ αἷμα· 〈Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου.〉 Ὁ χιτὼν τοῦ Ἀαρὼν εἶχε ῥοΐσκους 〈... ὁ δὲ τῆς ἐκκλησίας χιτὼν ἔχει ῥοΐσκους〉 τοὺς μάρτυρας τοὺς ῥέοντας ὑπὲρ Χριστοῦ τὸ αἷμα, καὶ ἄνθινα τὰ ἀνθηρὰ αὐτῶν ῥήματα, τοὺς ἀνθηροὺς ὁμολογητάς, καὶ δώδεκα κώδωνας τοὺς ἀποστόλους Χριστοῦ ἠχοῦντας τὸ κήρυγμα· 〈[Εἰς] πᾶσαν〉 γὰρ 〈τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν.〉 Ἄσχιστος, ἀπαλαίωτος, ἄσηπτος, ἀσητόβρωτος, ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς ὁ τῆς ἐκκλησίας χιτών. Ἄσχιστος ὁ χιτών, οὐδὲ γὰρ ἡ ἀσέβεια τοῦτον περιέσχισεν. Ἀπαλαίωτος, οὐδὲ γὰρ οἱ ἐχθροὶ παλαίοντες τοῦτον ἐπαλαίωσαν· 〈Ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου.〉 Ἄσηπτος, οὐδὲ γὰρ μώλωπες αὐτὸν κατέσηψαν· 〈Προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου.〉 Ἀσητόβρωτος, οὐδὲ οἱ αἱρετικοὶ σῆτες αὐτὸν διέφθειραν· 〈Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί.〉 Ἄρραφος, οὐδὲ γὰρ φύλλα συκῆς ῥάψασα τραχέα τὰ τῶν αἱρετικῶν δόγματα ἐφόρεσεν. Ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντός· ἡ γὰρ ἄνωθεν σοφία ἐκ τῶν ἄνωθεν δογμάτων αὐτὸν ὕφηνεν.
Μετάφραση
Αμήν. Ο χιτώνας του Ααρών κατασκευαζόταν από υάκινθο και βύσσο και πορφύρα και κόκκινο· ενώ ο χιτώνας της εκκλησίας έχει ως υάκινθο την ουράνια θεότητα του Χριστού, ως βύσσο τη σάρκα από την Παρθένο, ως πορφύρα το πάθος—«τον ενδύουν με πορφύρα»—και ως κόκκινο το αίμα: «Τούτο εστί το αίμά μου». Ο χιτώνας του Ααρών είχε ροΐσκους... ενώ ο χιτώνας της εκκλησίας έχει ως ροΐσκους τους μάρτυρες που χύνουν το αίμα τους υπέρ του Χριστού, και ως άνθινα τα ανθηρά τους λόγια, τους ανθηρούς ομολογητές, και ως δώδεκα κώδωνες τους αποστόλους του Χριστού που ηχούν το κήρυγμα· διότι «σε όλη τη γη εξήλθε ο φθόγγος τους». Άσχιστος, απαλαίωτος, άσηπτος, ασητόβρωτος, άρραφος, υφαντός από άνωθεν είναι ο χιτώνας της εκκλησίας. Άσχιστος ο χιτώνας, διότι ούτε η ασέβεια τον έσκισε. Απαλαίωτος, διότι ούτε οι εχθροί παλεύοντας τον πάλιωσαν· «επάλιωσα ανάμεσα σε όλους τους εχθρούς μου». Άσηπτος, διότι ούτε οι μώλωπες τον έκαναν να σαπίσει· «βρώμισαν και σάπισαν οι μώλωπές μου». Ασητόβρωτος, διότι ούτε οι αιρετικοί σκόροι τον διέφθειραν· «φθείρουν τα καλά ήθη οι κακές συναναστροφές». Άρραφος, διότι δεν έρραψε φύλλα συκιάς για να φορέσει τα τραχιά δόγματα των αιρετικών. Υφαντός από άνωθεν· διότι η άνωθεν σοφία τον ύφανε από τα άνωθεν δόγματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες