Εἰπέ μοι κἀκεῖνο· ὁ δημιουργὸς τοῦ Ἀδὰμ περιεπάτει ζητῶν τὸν Ἀδὰμ καὶ ὡς ἀγνοῶν ὅπου κρύπτεται ἐφώνει· 〈Ἀδάμ, ποῦ εἶ;〉 Ἀλλὰ τὸ περιπατεῖν καὶ ζητεῖν καὶ λέγειν· 〈Ποῦ εἶ;〉 ἀνθρώπου ἴδιον καὶ οὐκ ἴδιον θεοῦ. Ὥσπερ οὖν ἀκούων ὅτι χιτῶνας δερματίνους ἐποίησε καὶ ὅτι περιεπάτει καὶ ὅτι ἐζήτει καὶ ἠρώτα· 〈Ποῦ εἶ;〉 καὶ τὰ ἀνθρώπινα ἔργα καὶ πάθη κατεδέξατο, οὐ λέγεις ἄνθρωπον, οὕτως ἀκούων ὅτι ἐσταυρώθη, ὅτι ἐκρεμάσθη, ὅτι προσηλώθη ἐν σαρκὶ ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀδάμ, μὴ λέγε ψιλὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ θεὸν ἐν σαρκὶ τὸ πάθος καὶ τὸν θάνατον τῆς σαρκὸς οἰκειοποιησάμενον. Εἰ γὰρ ὁ ἄρχοντος πρόσταγμα διαρρήξας κινδυνεύει καὶ ὁ βασιλέως σάκραν σχίσας θανάτῳ ὑπόκειται, οὐχ ὅτι τὸν χάρτην ἔσχισεν, ἀλλ᾽ ὅτι τὸν γράψαντα ὕβρισε, πολλῷ μᾶλλον οἱ τὸν ναὸν τοῦ δεσπότου τοῖς ἥλοις ὀρύξαντες καὶ τὸν δεσποτικὸν τόμον, ὃν ὁ πατὴρ ἐσφράγισε, διαρρήξαντες, οὐ τὸ σῶμα ἁπλῶς, ἀλλὰ τὸν φοροῦντα ὕβρισαν.
Μετάφραση
Πες μου και το εξής: Ο δημιουργός του Αδάμ περπατούσε αναζητώντας τον Αδάμ, και σαν να αγνοούσε πού κρύβεται, φώναζε: «Αδάμ, πού είσαι;» Αλλά το να περπατά κανείς, να αναζητά και να λέει «Πού είσαι;» είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου και όχι του Θεού. Όπως, λοιπόν, όταν ακούς ότι έφτιαξε δερμάτινους χιτώνες, ότι περπατούσε, ότι αναζητούσε και ρωτούσε «Πού είσαι;», και ότι καταδέχθηκε τα ανθρώπινα έργα και πάθη, δεν τον αποκαλείς άνθρωπο, έτσι και όταν ακούς ότι σταυρώθηκε, ότι κρεμάστηκε, ότι προσηλώθηκε εν σαρκί ο δημιουργός του Αδάμ, μην λες ότι είναι ένας ψιλός άνθρωπος, αλλά Θεός ένσαρκος που οικειοποιήθηκε το πάθος και τον θάνατο της σαρκός. Διότι, εάν αυτός που παραβιάζει την προσταγή του άρχοντα διατρέχει κίνδυνο, και αυτός που σχίζει το βασιλικό διάταγμα υπόκειται σε θανατική ποινή, όχι επειδή έσκισε το χαρτί, αλλά επειδή εξύβρισε εκείνον που το έγραψε, πολύ περισσότερο εκείνοι που τρύπησαν με τα καρφιά τον ναό του Δεσπότου και διέρρηξαν τον δεσποτικό τόμο τον οποίο σφράγισε ο Πατέρας, δεν εξύβρισαν απλώς το σώμα, αλλά Εκείνον που το φορούσε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες