Πρὸς ὃν ὁ δικάζων, κρίνων δικαίως, ἀπεφήνατο· Εἰ οὖν ἐκεῖνον, φησί, διὰ μόνην τὴν δόσιν τοῦ ξίφους ὑπεύθυνον ὑποδεῖξαι διαγωνίζεσαι, πῶς σὺ ὁ τὸν φόνον ποιήσας οἴεσαι τῷ κριτῇ παραστῆναι ἀνεύθυνος; Ὁρᾷς οἵαν ὁ ἁμαρτάνων καὶ ἑτέρους αἰτιώμενος τὴν κρίσιν εἰσδέχεται; Καλὸν γοῦν τὸ προσέχειν ἑαυτοῖς πρὸς τὸ μηδὲν ἁμαρτάνειν· εἰ δ’ ἴσως καὶ τοῦτο συμβῇ, καλὸν τὸ μὴ «προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις», εἴτ’ οὖν τὸ μὴ αἰτιᾶσθαι πρόσωπον ἕτερον, ἀλλὰ μᾶλλον ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν παντὶ καταιτιᾶσθαι ἁμαρτήματι καὶ αὐτοκατάκριτοι γίνεσθαι καὶ ὁλοκαρδίως ποιεῖσθαι τὴν ἐξαγόρευσιν. Τούτῳ γὰρ τῷ φαρμάκῳ εἰ ὁ προπάτωρ ἐχρήσατο, συγγνώμης θείας πάντως δι’ ἄμετρον ἔλεος ἐτεύξατο ἄν. Εἰς τοῦτο γὰρ καὶ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινὸν αἴσθησιν ἔλαβεν, ὡς δῆθεν τοπικῶς προσβαλόντος τοῦ πανταχοῦ πληροῦντος τὰ σύμπαντα καὶ ἐν τῷ παραδείσῳ ζητοῦντος αὐτόν, ὡς ἀγνοοῦντος δῆθεν ποῦ κατακρύπτεται, καὶ ζητοῦντος καὶ κράζοντος τοῦτον καὶ λέγοντος· «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» Οἶδα γὰρ καὶ τὸν τόπον, ποῦ εἶ καὶ ποῦ κατακρύπτεσαι, οἶδα τὸν τρόπον, οἶδα τὸ πτῶμα ὅπερ πέπτωκας καὶ ἦλθον πρός σε ἀπεριγράπτως καὶ κράζω σοι «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;», ἵνα καὶ αὐτὸς ἔλθῃς πρός με, ὡς κἀγὼ ἦλθον πρός σε, καὶ γυμνώσῃς διὰ μετανοίας καὶ ἐξαγορεύσεως τὸ πτῶμα ὅπερ πέπτωκας. «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;»
Μετάφραση
Προς τον οποίο ο δικαστής, κρίνοντας δίκαια, αποφάνθηκε: Εάν λοιπόν, λέει, αγωνίζεσαι να αποδείξεις εκείνον υπεύθυνο μόνο και μόνο επειδή σου έδωσε το ξίφος, πώς εσύ, που διέπραξες τον φόνο, νομίζεις ότι θα σταθείς ενώπιον του κριτή ανεύθυνος; Βλέπεις τι είδους καταδίκη δέχεται αυτός που αμαρτάνει και κατηγορεί άλλους; Είναι καλό, λοιπόν, να προσέχουμε τους εαυτούς μας ώστε να μην αμαρτάνουμε καθόλου· εάν όμως τυχόν συμβεί και αυτό, είναι καλό να μην «προφασιζόμαστε δικαιολογίες για τις αμαρτίες μας», δηλαδή να μην κατηγορούμε άλλο πρόσωπο, αλλά μάλλον να κατηγορούμε τους εαυτούς μας για κάθε αμάρτημα και να κατακρίνουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας και να κάνουμε ολόψυχα την εξαγόρευση. Διότι, εάν ο προπάτορας είχε χρησιμοποιήσει αυτό το φάρμακο, θα είχε οπωσδήποτε τύχει της θείας συγχώρεσης λόγω του άμετρου ελέους. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αντιλήφθηκε τον Θεό να περπατά στον παράδεισο το δειλινό, σαν να πλησίαζε τάχα τοπικά Εκείνος που τα πληροί όλα παντού και να τον αναζητά μέσα στον παράδεισο, σαν να αγνοούσε τάχα πού κρύβεται, και να τον αναζητά και να του φωνάζει λέγοντας: «Αδάμ, πού είσαι;» Διότι γνωρίζω και τον τόπο, πού βρίσκεσαι και πού κρύβεσαι, γνωρίζω τον τρόπο, γνωρίζω την πτώση στην οποία έχεις περιπέσει και ήρθα προς εσένα απερίγραπτα και σου φωνάζω «Αδάμ, πού είσαι;», για να έρθεις και εσύ σε εμένα, όπως και εγώ ήρθα σε εσένα, και να αποκαλύψεις μέσω της μετάνοιας και της εξαγόρευσης την πτώση στην οποία έπεσες. «Αδάμ, πού είσαι;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες