Ὅτι δὲ τονθορυσμῶν ἐπέκεινα, καὶ λοιδοριῶν τὰ τῆς μανίας αὐτῷ παρατείνεται, καὶ διώκει, καὶ φονᾷ, καὶ ὅσον εἰπεῖν εἰς ἐγχειρημάτων δύναμιν τῇ τοῦ Σωτῆρος ἀναφέρεται δόξῃ, καὶ ταῖς ὑπ᾽ αὐτοῦ Ἐκκλησίαις, καὶ τοῖς αὐτοῦ τέκνοις, τουτέστι, τῇ τῶν πιστευόντων πληθύϊ καταφωρᾶται πολεμιώτατος, ἀταλαίπωρον ἰδεῖν τοῦτο μαθεῖν ἑλομένοις διὰ τῶν ἐφεξῆς· «Ἀναστὰς γὰρ, φησὶ, Ἰακὼβ, ἔλαβε τὰς γυναῖκας αὐτοῦ, καὶ τὰ παιδία αὐτοῦ ἐπὶ τὰς καμήλους, καὶ ἐπήγαγε πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτοῦ, ἣν περιεποιήσατο ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθε πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἐν γῇ Χαναάν. Λάβαν δὲ ᾤχετο κεῖραι τὰ πρόβατα αὐτοῦ. Ἔκλεψε δὲ Ῥαχὴλ τὰ εἴδωλα τοῦ πατρὸς αὐτῆς· ἔκρυψε δὲ Ἰακὼβ Λάβαν τὸν Σύρον τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι αὐτῷ, ὅτι ἀπεδίδρασκε. Καὶ ἀπέδρα αὐτὸς, καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ, καὶ διέβη τὸν ποταμὸν, καὶ ὥρμησεν εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ. Ἀνηγγέλη δὲ Λάβαν τῷ Σύρῳ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ὅτι ἀπέδρα Ἰακώβ. Καὶ παραλαβὼν πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ μετ᾽ αὐτοῦ, ἐδίωξεν ὀπίσω αὐτοῦ ὁδὸν ἡμερῶν ἑπτὰ, καὶ κατέλαβεν αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ. Ἦλθε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς Λάβαν τὸν Σύρον καθ᾽ ὕπνον τὴν νύκτα, καὶ εἶπεν αὐτῷ. Φύλαξαι σεαυτὸν τοῦ μὴ λαλῆσαι πρὸς Ἰακὼβ πονηρά. Καὶ κατέλαβε Λάβαν τὸν Ἰακώβ. Ἰακὼβ δὲ ἔπηξε τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἐν τῷ ὄρει.
Μετάφραση
Το ότι όμως η μανία του παρατείνεται πέρα από τους γογγυσμούς και τις λοιδορίες, και διώκει, και ζητεί να φονεύσει, και, για να το πούμε έτσι, όσον αφορά τη δύναμη των εγχειρημάτων του, στρέφεται εναντίον της δόξας του Σωτήρος, των Εκκλησιών Του και των τέκνων Του, δηλαδή αποκαλύπτεται ως σφοδρότατος πολέμιος του πλήθους των πιστών, είναι εύκολο να το δουν όσοι επιλέγουν να το μάθουν μέσα από τα όσα ακολουθούν: «Διότι σηκώθηκε», λέγει, «ο Ιακώβ, πήρε τις γυναίκες του και τα παιδιά του πάνω στις καμήλες, και πήρε μαζί του όλα τα υπάρχοντά του, και όλη την αποσκευή του την οποία απέκτησε στη Μεσοποταμία, και όλα τα δικά του, και αναχώρησε προς τον Ισαάκ τον πατέρα του στη γη Χαναάν. Ο Λάβαν όμως είχε πάει να κουρέψει τα πρόβατά του. Η δε Ραχήλ έκλεψε τα είδωλα του πατέρα της. Ο Ιακώβ έκρυψε από τον Λάβαν τον Σύρο τον σκοπό του, με το να μην του αναγγείλει ότι επρόκειτο να αναχωρήσει κρυφά. Και δραπέτευσε ο ίδιος, και όλα τα υπάρχοντά του, και διέβη τον ποταμό, και κατευθύνθηκε προς το όρος Γαλαάδ. Αναγγέλθηκε δε στον Λάβαν τον Σύρο την τρίτη ημέρα ότι αναχώρησε ο Ιακώβ. Και αφού πήρε μαζί του όλους τους αδελφούς του, τον καταδίωξε από πίσω σε απόσταση επτά ημερών δρόμο, και τον πρόφθασε στο όρος Γαλαάδ. Ήλθε όμως ο Θεός προς τον Λάβαν τον Σύρο κατά τη διάρκεια του ύπνου του τη νύκτα, και του είπε: Πρόσεξε τον εαυτό σου να μη μιλήσεις με πονηρό τρόπο προς τον Ιακώβ. Και πρόφθασε ο Λάβαν τον Ιακώβ. Ο δε Ιακώβ είχε στήσει τη σκηνή του στο όρος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες