δʹ. Σκόπει μοι τοῦ δικαίου τῆς ψυχῆς τὴν ἀνδρείαν, καὶ ὅπως πάντα φόβον καὶ ἀγωνίαν παρωσάμενος ἐπείθετο τῷ τοῦ Δεσπότου ἐπιτάγματι. Ἐπειδὴ γὰρ εἶδε τοῦ Λάβαν οὐχ ὑγιῆ τὴν γνώμην, οὐκ ἔτι καθάπερ πρότερον πυθέσθαι αὐτὸν κατεδέξατο, ἀλλὰ τὸ προσταχθὲν παρὰ τοῦ Δεσπότου, ἐπλήρου, καὶ λαβὼν τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία ἥπτετο τῆς ὁδοῦ. Λάβαν δὲ, φησὶν, ᾤχετο κεῖραι τὰ πρόβατα αὐτοῦ. Ἔκλεψε δὲ Ῥαχὴλ τὰ εἴδωλα τοῦ πατρὸς αὐτῆς. Οὐχ ἁπλῶς οὐδὲ τοῦτο πρόσκειται, ἀλλ᾽ ἵνα γνῶμεν, πῶς ἔτι τῆς πατρικῆς εἴχοντο συνηθείας, καὶ πολλὴν τὴν περὶ τὰ εἴδωλα θεραπείαν ἐπεδείκνυντο. Ἐννόησον γὰρ ὅσην αὕτη σπουδὴν ἐποιήσατο, ὡς μηδὲν ἕτερον ὑφελέσθαι τῶν τοῦ πατρὸς, ἀλλὰ τὰ εἴδωλα μόνα, καὶ τοῦτο ἐποίει καὶ τὸν ἄνδρα λανθάνουσα· οὐδὲ γὰρ ἂν ἐκεῖνος συνεχώρησε ταῦτα γενέσθαι. Ἔκρυψε δὲ, φησὶν, Ἰακὼβ Λάβαν τὸν Σύρον, τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι αὐτῷ, ὅτι ἀποδιδράσκει. Καὶ ἀπέδρα αὐτὸς, καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ, καὶ διέβη τὸν ποταμὸν, καὶ ὥρμησεν εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ. Θέα μοι τὴν πολλὴν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνταῦθα πρόνοιαν, ὅπως, μέχρις ὅτε πόῤῥωθεν γέγονεν ὁ δίκαιος, οὐ συνεχώρησε τῷ Λάβαν εἰς γνῶσιν ἐλθεῖν τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ἰακώβ. Τριῶν γὰρ ἡμερῶν, φησὶ, παρελθουσῶν, τῷ Λάβαν ἐγνώσθη. Καὶ παραλαβὼν πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ μεθ᾽ ἑαυτοῦ, ἐδίωξεν ὀπίσω αὐτοῦ ὁδὸν ἡμερῶν ἑπτά· καὶ κατέλαβεν αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ.
Μετάφραση
δʹ. Πρόσεξέ μου την ανδρεία της ψυχής του δικαίου, και πώς, αποβάλλοντας κάθε φόβο και αγωνία, υπάκουε στο πρόσταγμα του Δεσπότη. Διότι, επειδή είδε ότι η διάθεση του Λάβαν δεν ήταν καλή, δεν καταδέχθηκε πια να τον ρωτήσει όπως πριν, αλλά εκπλήρωνε αυτό που είχε προσταχθεί από τον Δεσπότη, και παίρνοντας τις γυναίκες και τα παιδιά ξεκίνησε τον δρόμο. Ο δε Λάβαν, λέει η Γραφή, είχε αναχωρήσει για να κουρέψει τα πρόβατά του. Έκλεψε τότε η Ραχήλ τα είδωλα του πατέρα της. Ούτε αυτό βέβαια προστίθεται τυχαία, αλλά για να γνωρίσουμε πώς ήταν ακόμη προσκολλημένοι στις πατρικές συνήθειες, και πόση λατρεία επεδείκνυαν προς τα είδωλα. Αναλογίσου δηλαδή πόση φροντίδα έδειξε αυτή, ώστε να μην πάρει κρυφά τίποτε άλλο από τα πράγματα του πατέρα της παρά μόνο τα είδωλα, και μάλιστα το έκανε αυτό εν αγνοία του άνδρα της· διότι εκείνος δεν θα επέτρεπε ποτέ να συμβούν αυτά. Ο δε Ιακώβ, λέει, το απέκρυψε από τον Λάβαν τον Σύρο, με το να μην του αναγγείλει ότι αναχωρεί κρυφά. Και διέφυγε ο ίδιος, μαζί με όλα τα υπάρχοντά του, και διέβη τον ποταμό, και κατευθύνθηκε προς το όρος Γαλαάδ. Δες μου και εδώ τη μεγάλη πρόνοια του Θεού, πώς, μέχρις ότου ο δίκαιος απομακρύνθηκε αρκετά, δεν επέτρεψε να περιέλθει σε γνώση του Λάβαν η αναχώρηση του Ιακώβ. Διότι, αφού παρήλθαν τρεις ημέρες, λέει, έγινε αυτό γνωστό στον Λάβαν. Και παίρνοντας μαζί του όλους τους αδελφούς του, τον καταδίωξε κάνοντας πορεία επτά ημερών· και τον πρόφθασε στο όρος Γαλαάδ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες