Καὶ πῶς τὸν πατριάρχην ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ, τὸν Ἰακὼβ λέγω, μικροῦ δεῖν ὁ πενθερὸς Λάβαν ἐφόνευσε; Καὶ κατέλαβέ, φησί, Λάβαν τὸν Ἰακώβ· 〈Τί τοῦτο ἐποίησας; Ἵνα τί κρυφῇ ἀπέδρας καὶ ἐκλοποφόρησάς με καὶ ἀπήγαγες τὰς θυγατέρας μου ὡς αἰχμαλωτίδας μαχαίρᾳ; Καὶ εἰ ἀνήγγειλάς μοι, ἐξαπέστειλα ἄν σε μετ᾽ εὐφροσύνης καὶ μετὰ μουσικῶν καὶ τυμπάνων καὶ κιθάρας. Οὐκ ἠξιώθην καταφιλῆσαι τὰ παιδία μου καὶ τὰς θυγατέρας μου. Νῦν δὲ ἀφρόνως ἔπραξας.〉 Εἶτα ἐπάγει· 〈Καὶ νῦν ἰσχύει ἡ χείρ μου τοῦ κακοποιῆσαί σε〉 ἐν τῷ ὄρει· 〈ὁ δὲ θεός,〉 ἐφ᾽ ᾧ σὺ πέποιθας, αὐτός 〈μοι χθὲς εἶπε· Φύλαξαι μήποτε λαλήσῃς μετὰ Ἰακὼβ πονηρά.〉 Καὶ ὁ θεὸς αὐτῷ ἐβοήθησεν, ἀλλ᾽ οὐ τὸ ὄρος ὠφέλησεν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς Ἀαρὼν εἰς τὸ ὄρος Γοὼρ ἀνέβη, κἀκεῖ ἐτελεύτησεν. Ὁμοίως καὶ Μωυσῆς ὁ μέγας εἰς τὸ ὄρος Ναβαῦ ἀπέθανε. Καὶ τί πολλὰ λέγω; Εἰ τὰ ὄρη σώζουσι, καὶ πῶς ὁ πρῶτος βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ὁ Σαοὺλ ἅμα τῷ υἱῷ Ἰωνάθαν εἰς τὰ ὄρη Γελβοῦε φυγόντες ἐκεῖ μαχαίραις ἐσφάγησαν; Οὕτω γὰρ πενθῶν αὐτοὺς ὁ Δαυὶδ ἔλεγεν· 〈Ὄρη τὰ Γελβοῦε, μὴ πέσοι ἐφ᾽ ὑμᾶς μήτε δρόσος μήτε ὑετὸς ἐπὶ τὰ ὕψη σου, ὄρη θανάτου,〉 ὅτι ἐκεῖ τὰ μεγάλα ὄρη τοῦ Ἰσραήλ, τὰ λογικὰ ὄρη Σαοὺλ καὶ Ἰωνάθαν, ἐν αὐτοῖς κατέπεσον. Εἰ οὖν τὰ ὄρη τάφος καὶ φόνος τοῖς πολλοῖς ἐγένοντο, πῶς ἐμοὶ λέγετε, ὦ ἄνδρες· 〈Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;
Μετάφραση
Και πώς τον πατριάρχη στο όρος Γαλαάδ, τον Ιακώβ εννοώ, παρά λίγο να τον φονεύσει ο πεθερός του Λάβαν; Και τον πρόφτασε, λέει το κείμενο, ο Λάβαν τον Ιακώβ: «Τι είναι αυτό που έκανες; Γιατί έφυγες κρυφά, με ξεγέλασες και πήρες τις κόρες μου σαν αιχμάλωτες πολέμου; Και αν μου το είχες αναγγείλει, θα σε κατευόδωνα με χαρά, με μουσικές, με τύμπανα και με κιθάρα. Δεν αξιώθηκα να καταφιλήσω τα παιδιά μου και τις κόρες μου. Τώρα όμως έπραξες άφρονα». Έπειτα προσθέτει: «Και τώρα έχει τη δύναμη το χέρι μου να σε κακοποιήσει» πάνω στο όρος· «ο Θεός όμως, στον οποίο εσύ στηρίζεσαι, αυτός μου είπε χθες: Πρόσεξε μήπως μιλήσεις με κακό τρόπο στον Ιακώβ». Και ο Θεός τον βοήθησε, το όρος όμως δεν τον ωφέλησε. Αλλά και ο αρχιερέας Ααρών ανέβηκε στο όρος Γοώρ και εκεί πέθανε. Ομοίως και ο μέγας Μωυσής στο όρος Ναβαύ πέθανε. Και προς τι τα πολλά λόγια; Αν τα όρη σώζουν, τότε πώς ο πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ, ο Σαούλ, μαζί με τον γιο του Ιωνάθαν, καταφεύγοντας στα όρη Γελβουέ σφαγιάστηκαν εκεί με σπαθιά; Γι' αυτόν τον λόγο, πενθώντας τους ο Δαβίδ, έλεγε: «Όρη των Γελβουέ, ας μην πέσει πάνω σας ούτε δροσιά ούτε βροχή στα ύψη σας, όρη θανάτου», διότι εκεί τα μεγάλα όρη του Ισραήλ, τα λογικά όρη, ο Σαούλ και ο Ιωνάθαν, κατέπεσαν σε αυτά. Αν λοιπόν τα όρη έγιναν τάφος και τόπος σφαγής για πολλούς, πώς λέτε σε εμένα, ω άνδρες: «Φύγε στα όρη σαν το στρουθίο;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες