Λάβαν δὲ ἔστησε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ.» Περιτυγχάνει μὲν οὖν ὁ Λάβαν, ἐπαιτιᾶται δὲ λίαν τὸν θεσπέσιον Ἰακὼβ, ὅτι λεληθότως ἀπέδρα, μονονουχὶ κεκλοφὼς τὰς θυγατέρας αὐτοῦ, καὶ τοὺς ἐν οἴκῳ θεούς. Ἔφη γὰρ ὡδί· «Νῦν οὖν πεπόρευσαι· ἐπιθυμίᾳ γὰρ ἐπεθύμησας ἀπελθεῖν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου. Ἵνα τί ἔκλεψας, φησὶ, τοὺς θεούς μου;
Μετάφραση
Ο δε Λάβαν έστησε τους αδελφούς του στο όρος Γαλαάδ.» Τον προφταίνει λοιπόν ο Λάβαν και κατηγορεί σφοδρά τον θεσπέσιο Ιακώβ, ότι δραπέτευσε κρυφά, έχοντας σχεδόν κλέψει τις θυγατέρες του και τους θεούς του οίκου του. Διότι του είπε τα εξής: «Τώρα λοιπόν έχεις φύγει· διότι επιθύμησες σφοδρά να αναχωρήσεις για τον οίκο του πατέρα σου. Γιατί όμως έκλεψας», του λέει, «τους θεούς μου;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες