Ἀλλ᾽ οὐκ ᾔδει, φησὶν, Ἰακὼβ, ὅτι Ῥαχὴλ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἔκλεψεν αὐτούς. Ἐρευνήσας δὲ Λάβαν τοὺς ἰδίους θεοὺς, οὐχ εὑρίσκει παρὰ τῇ Λείᾳ, ἀλλ᾽ οὐδὲ ἐν τῷ οἴκῳ θεραπαινῶν Βάλλας τε καὶ Ζελφᾶς.» Ἐπειδὴ δὲ προσεδόκησεν ἡ Ῥαχὴλ ἐρευνηθήσεσθαι παρὰ τοῦ πατρὸς, οὐκ ἀκόμψως τὸ ῥῆμα κατασοφίζεται. «Ἔλαβε γὰρ τὰ εἴδωλα, φησὶ, καὶ ἐνέβαλεν αὐτὰ εἰς τὰ σάγματα τῆς καμήλου, καὶ ἐπεκάθισεν αὐτοῖς, καὶ εἶπε τῷ πατρὶ αὐτῆς· Μὴ βαρέως φέρε, κύριε, οὐ δύναμαι ἀναστῆναι ἐνώπιόν σου. ὅτι κατ᾽ ἐθισμὸν τῶν γυναικῶν μοί ἐστι. Ἠρεύνησε δὲ Λάβαν ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ οὐχ εὗρε τὰ εἴδωλα.» Ἠπορηκότος τοίνυν ἤδη πως, ὀλοφυρομένου τε κατὰ τὸ εἰκὸς, τῶν ἰδίων θεῶν τὴν ἀπώλειαν, ἐπῃτιᾶτο λοιπὸν εἰκότως ὁ μακάριος Ἰακὼβ, ὡς εἰκῆ διώκειν αὐτὸν ᾑρημένον, καὶ ἐγκαλεῖν οὐκ ἔχοντα παντελῶς οὐδέν. Εἶτα περὶ συμβάσεως αὐτοῖς κεκίνηνται λόγοι, καὶ σύνεσις παρ᾽ ἀμφοῖν εἰς εἰρήνην ἐπράττετο. «Ἀποκριθεὶς γὰρ ὁ Λάβαν, φησὶν, εἶπε τῷ Ἰακώβ· Αἱ θυγατέρες σου θυγατέρες μου, καὶ υἱοί σου, υἱοί μου, καὶ τὰ κτήνη σου κτήνη μου, καὶ πάντα ὅσα σὺ ὁρᾷς, ἐμά ἐστι, καὶ τῶν θυγατέρων μου. Τί ποιήσω ταύταις σήμερον, καὶ τοῖς τέκνοις αὐτῶν οἷς ἔτεκον;
Μετάφραση
«Αλλά δεν γνώριζε», λέει, «ο Ιακώβ ότι η Ραχήλ, η γυναίκα του, τα είχε κλέψει. Και όταν ο Λάβαν έψαξε για τους δικούς του θεούς, δεν τους βρήκε στη σκηνή της Λείας, ούτε βέβαια στη σκηνή των θεραπαινίδων, της Βάλλας και της Ζελφάς.» Επειδή όμως η Ραχήλ περίμενε ότι θα ερευνηθεί από τον πατέρα της, σοφίζεται την εξής δικαιολογία με αρκετή επιδεξιότητα. «Διότι πήρε τα είδωλα», λέει, «και τα έβαλε στα σαμάρια της καμήλας και κάθισε πάνω τους, και είπε στον πατέρα της: Μην το παίρνεις βαριά, κύριέ μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ μπροστά σου, επειδή έχω τα έμμηνα των γυναικών. Έψαξε λοιπόν ο Λάβαν σε όλο τον οίκο της και δεν βρήκε τα είδωλα.» Καθώς εκείνος λοιπόν βρισκόταν σε αμηχανία και θρηνούσε, όπως ήταν επόμενο, την απώλεια των θεών του, ο μακάριος Ιακώβ τον κατηγόρησε δικαιολογημένα, επειδή είχε επιλέξει να τον καταδιώξει μάταια, χωρίς να έχει απολύτως κανένα στοιχείο εναντίον του. Έπειτα ξεκίνησαν μεταξύ τους συζητήσεις για την επίτευξη συμφωνίας, και συνήφθη ειρήνη με αμοιβαία συνεννόηση. «Διότι αποκρίθηκε ο Λάβαν», λέει, «και είπε στον Ιακώβ: Οι θυγατέρες σου είναι θυγατέρες μου, και οι υιοί σου υιοί μου, και τα κτήνη σου κτήνη μου, και όλα όσα βλέπεις είναι δικά μου, και των θυγατέρων μου. Τι να κάνω σε αυτές σήμερα, και στα τέκνα τους τα οποία γέννησαν;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες