Καὶ καλῶς εἶπε, Τὰ ἄφωνα. Οἱ φωνὴν ἔχοντες, καὶ ἀκοῆς καὶ λόγου μετέχοντες, πρὸς τὰ μηδεμίαν αἴσθησιν ἔχοντα, ὡς ἄλογα ἀπάγεσθε. Καὶ ποίας ἂν οἱ τοιοῦτοι συγγνώμης τύχοιεν; Ἀλλ᾽ ἴδωμεν ὅπως ὁ δίκαιος λοιπὸν θαῤῥήσας ἔκ τε τῶν παρὰ τοῦ Λάβαν ὁμολογηθέντων, καὶ ἐξ ὧν οὐδεμίαν εὔλογον αἰτίαν εὗρε τῆς κατ᾽ αὐτοῦ μέμψεως, τί φησιν; Ὠργίσθη δὲ Ἰακὼβ καὶ ἐμαχέσατο τῷ Λάβαν, καὶ εἶπεν. Ὅρα πῶς καὶ διὰ τῆς μάχης τῆς οἰκείας ψυχῆς ἐκκαλύπτει τὴν ἀρετήν.
Μετάφραση
Και πολύ σωστά είπε: «Τα άφωνα». Εσείς που έχετε φωνή και μετέχετε και στην ακοή και στον λόγο, παρασύρεστε σαν άλογα όντα προς εκείνα που δεν έχουν καμία απολύτως αίσθηση. Και ποιας συγγνώμης θα μπορούσαν να τύχουν τέτοιοι άνθρωποι; Ας δούμε, όμως, πώς ο δίκαιος, αφού πλέον πήρε θάρρος τόσο από εκείνα που ομολογήθηκαν από τον Λάβαν, όσο και από το γεγονός ότι δεν βρήκε καμία εύλογη αιτία για να τον κατηγορήσει, τι λέει; «Οργίστηκε δε ο Ιακώβ και φιλονίκησε με τον Λάβαν, και είπε». Δες πώς, ακόμη και μέσα από τη διαμάχη, αποκαλύπτει την αρετή της δικής του ψυχής.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες