Ἐπειδὴ εἶδεν ἀνεύθυνον ἑαυτὸν ἐν ἅπασι γεγενημένον, πολλὴν λοιπὸν παῤῥησίαν προσλαβὼν ἀπαριθμεῖται τὴν εὔνοιαν, ἢν περὶ αὐτὸν ἐν παντὶ τῷ χρόνῳ ἐπεδείξατο, καί φησι· Ταῦτά μοι εἴκοσιν ἔτη. Μετὰ τὸν κάματον τῶν τοσούτων ἐτῶν τούτων, ἤμην ἄξιος ταύτης τῆς ὕβρεως; Ταῦτά μοι εἴκοσιν ἔτη. Σήμερον εἴκοσιν ἐτῶν ἀριθμὸν ἔχω ἐν τῷ οἴκῳ τῷ σῷ. Τὰ πρόβατά σου καὶ αἱ αἶγές σου οὐκ ἠτεκνώθησαν· κριοὺς τῶν προβάτων σου οὐ κατέφαγον· θηριάλωτον οὐκ ἐνήνοχά σοι. Ἐγὼ ἀπετίννυον παρ᾽ ἐμαυτοῦ, κλέμματα ἡμέρας καὶ κλέμματα νυκτός. Ἐγενόμην τῆς ἡμέρας συγκαιόμενος τῷ καύματι, καὶ τῷ παγετῷ τῆς νυκτὸς, καὶ ἀφίστατο ὁ ὕπνος ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου. Ἐπελάθου, φησὶ, τῶν καμάτων τῶν ἐμῶν, ὧν ἐπεδειξάμην ποιμαίνων τὰ πρόβατά σου καὶ τὰς αἶγας;
Μετάφραση
Επειδή είδε ότι αποδείχθηκε άμεμπτος στα πάντα, λαμβάνοντας λοιπόν πολλή παρρησία, απαριθμεί την εύνοια που του επέδειξε καθ' όλον τον χρόνο, και λέει: «Είκοσι έτη είναι αυτά. Μετά τον κόπο τόσων ετών, ήμουν άξιος αυτής της προσβολής; Είκοσι έτη είναι αυτά. Σήμερα αριθμώ είκοσι έτη στον οίκο σου. Τα πρόβατά σου και οι αίγες σου δεν έμειναν άγονα· κριάρια από τα πρόβατά σου δεν έφαγα· ζώο κατασπαραγμένο από θηρία δεν σου έφερα. Εγώ το αποζημίωνα από τα δικά μου, είτε επρόκειτο για κλοπή της ημέρας είτε για κλοπή της νύχτας. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κατακαιγόμουν από τον καύσωνα, και τη νύχτα από τον παγετό, και ο ύπνος έφευγε από τα μάτια μου». Ξέχασες, λέει, τους κόπους μου, τους οποίους κατέβαλα ποιμαίνοντας τα πρόβατά σου και τις αίγες σου;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες