Καὶ ἐξαρεῖτε τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐπίλοιποι ἀκούσαντες φοβηθήσονται·» Ἆρά σοι λοιπὸν ἐνδοιάζειν ἔτι καὶ μετὰ τοῦτο θέμις, ὡς εἶσι κατ᾽ ἴχνος τῆς τοῦ Θεοῦ τιμῆς ἡ εἰς πατέρα τε καὶ μητέρα; ΠΑΛΛ. Οὐδαμῶς. Ἐκδυσωπεῖ γὰρ ἡμᾶς εἰς γε τὸ χρῆναι τιμᾷν, καὶ τὸ ὑπό του σοφῶς εἰρημένον· «Μνήσθητι, ὅτι δι᾽ αὐτῶν ἐγεννήθης.» Καὶ μὴν ὁ πατριάρχης Ἰακιὼβ ἐπιεικέστατα λέγων· «Εἰ μὴ ὁ φόβος Ἰσαὰκ τοῦ πατρὸς ἦν μοι.» ΚΥΡ. Ἆρ᾽ οὖν, εἰπέ μοι, τὸ δι᾽ αὐτῶν γεγενῆσθαι λέγειν, οὐκ εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τοῦ πρὸς τὸ εἶναι καλοῦντος τὰ οὐκ ὄντα ποτὲ καταδείξειεν ἂν ἐναργῶς ὄντας αὐτούς; τὸ δὲ δὴ καὶ φόβῳ τῷ πρὸς ἡμῶν τετιμῆσθαι πρέπειν, οὐ μονονουχὶ καὶ ἐν αὐτῷ Δεσποτικῷ τέθεικεν ἀξιώματι; ΠΑΛΛ. Καὶ μάλα. Τοιγάρτοι καὶ ἐπαρᾶταί τισιν ὁ Παροιμιαστὴς, λέγων· «Ὀφθαλμὸν καταγελῶντα πατρὸς, καὶ ἀτιμάζοντα γῆρας μητρὸς, ἐκκόψαισαν αὐτὸν κόρακες ἐκ τῶν φαράγγων.» Πλὴν ἐκεῖνο διασάφει, τὸ ὅπως ἂν οἴοιτό τις εἰρῆσθαι σαφῶς παρὰ τοῦ πάντων Σωτῆρος Χριστοῦ· «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.» Μεμνήσομαι δὲ κἀκείνου· πατέρα γὰρ θάπτειν καὶ γηροκομεῖν ἐκλιπαροῦντι τῷ μαθητῇ, τὸ «Ἀκολούθει μοι, φησὶ, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάπτειν τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς.» ΚΥΡ. Εἶτα τί τὸ ἄτοπον ἐν τούτοις;
Μετάφραση
«Και θα εξαλείψετε τον πονηρό από ανάμεσά σας, και οι υπόλοιποι όταν το ακούσουν θα φοβηθούν.» Άραγε, λοιπόν, σου επιτρέπεται να αμφιβάλλεις ακόμη και μετά από αυτό, ότι η τιμή προς τον πατέρα και τη μητέρα βαδίζει στα ίχνη της τιμής προς τον Θεό; ΠΑΛΛ. Σε καμία περίπτωση. Διότι μας πείθει απόλυτα για το καθήκον μας να τους τιμούμε και εκείνο που σοφά ειπώθηκε από κάποιον: «Να θυμάσαι ότι μέσω αυτών γεννήθηκες.» Και βεβαίως ο πατριάρχης Ιακώβ, λέγοντας πολύ εύστοχα: «Αν δεν υπήρχε σε μένα ο φόβος του πατέρα μου Ισαάκ.» ΚΥΡ. Άραγε λοιπόν, πες μου, το να λέμε ότι έχουμε γεννηθεί μέσω αυτών, δεν τους αναδεικνύει ξεκάθαρα ως εικόνα του Δημιουργού και Εκείνου που καλεί στην ύπαρξη αυτά που δεν υπήρχαν; Και το γεγονός ότι πρέπει να τους τιμούμε με σεβασμό, δεν τους έχει τοποθετήσει σχεδόν στο ίδιο το Δεσποτικό αξίωμα; ΠΑΛΛ. Και βέβαια. Γι' αυτόν τον λόγο και ο συγγραφέας των Παροιμιών καταριέται κάποιους λέγοντας: «Μάτι που χλευάζει τον πατέρα και ατιμάζει τα γηρατειά της μητέρας, ας το ξεριζώσουν τα κοράκια των φαραγγιών.» Όμως, αποσαφήνισέ μου εκείνο, πώς νομίζεις ότι ειπώθηκε με σαφήνεια από τον Σωτήρα των πάντων Χριστό: «Όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα περισσότερο από εμένα, δεν είναι άξιός μου.» Και θα υπενθυμίσω και το άλλο: στον μαθητή που ικέτευε να μείνει για να γηροκομήσει και να θάψει τον πατέρα του, απάντησε: «Ακολούθησέ με και άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς.» ΚΥΡ. Και λοιπόν, τι το άτοπο υπάρχει σε αυτά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες