Ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ, καὶ ὁ Θεὸς Ναχὼρ κρίνοι ἀνὰ μέσον ἡμῶν. Καὶ ὤμοσεν Ἰακὼβ κατὰ τοῦ φόβου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰσαὰκ, καὶ ἔθυσε θυσίαν ἐν τῷ ὄρει, καὶ ἐκάλεσε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον, καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν τῷ ὄρει. Ἔθυσε θυσίαν ἐν τῷ ὄρει· ηὐχαρίστησε, φησὶ, τῷ Θεῷ ἐπὶ τοῖς γεγονόσι· Καὶ ἔφαγον, καὶ ἔπιον, καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν τῷ ὄρει. Ἀναστὰς δὲ Λάβαν τῷ πρωῒ κατεφίλησε τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ, καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ, καὶ εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἀποστραφεὶς Λάβαν ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.
Μετάφραση
Ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ναχώρ ας κρίνουν ανάμεσά μας. Και ορκίστηκε ο Ιακώβ στον φόβο του πατέρα του, του Ισαάκ, και προσέφερε θυσία στο όρος, και κάλεσε τους αδελφούς του, και έφαγαν και ήπιαν, και κοιμήθηκαν στο όρος. Προσέφερε θυσία στο όρος· ευχαρίστησε, λέγει, τον Θεό για όσα συνέβησαν. Και έφαγαν και ήπιαν, και κοιμήθηκαν στο όρος. Αφού δε σηκώθηκε ο Λάβαν το πρωί, καταφίλησε τους υιούς του και τις θυγατέρες του, και τους ευλόγησε. Και αναχωρώντας ο Λάβαν επέστρεψε στον οίκο του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες