Ἀποστείλας δὲ Ἰακὼβ ἐκάλεσε Ῥαχὴλ καὶ Λείαν εἰς τὸ πεδίον, οὗ ἦν τὰ ποίμνια. Καὶ εἶπεν αὐταῖς· Ὁρῶ ἐγὼ τὸ πρόσωπον τοῦ πατρὸς ὑμῶν, ὅτι οὐκ ἔστι πρὸς ἐμὲ ὡς χθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν. Ὁ δὲ Θεὸς τοῦ πατρός μου ἦν μετ᾽ ἐμοῦ. Καὶ αὐταὶ δὲ οἴδατε ὅτι ἐν πάσῃ τῇ ἰσχύϊ μου δεδούλευκα τῷ πατρὶ ὑμῶν. Ὁ δὲ πατὴρ ὑμῶν παρεκρούσατό με, καὶ ἤλλαξε τὸν μισθόν μου τῶν δέκα ἀμνάδων.» Εἶτά φησι, ὅτι «Καὶ ἀφείλετο ὁ Θεὸς πάντα τὰ κτήνη τοῦ πατρὸς ὑμῶν, καὶ ἔδωκέ μοι αὐτά.» Πεπλούτηκε μὲν γὰρ ἀληθῶς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς, εἰς πληθὺν ἀμέτρητον, συναγείρων ἐν κόσμῳ τοὺς ἰδίους προσκυνητάς· οἳ καὶ διανοίας ἀγαθῆς ἀνάθημα λαμπρὸν τῆς ὑπ᾽ αὐτὸν δουλείας ποιοῦνται τὴν ὁμολογίαν, λέγοντες· «Ἡμεῖς δὲ λαὸς νομῆς αὐτοῦ, καὶ πρόβατα χειρὸς αὐτοῦ.» Ἀλλ᾽ ἠρεμεῖν ἐπὶ τούτοις οὐκ ἀνέχονται τὰ τοῦ κόσμου τέκνα. Συλώμενον δὲ ὥσπερ ὁρῶντες τὸν ἑαυτῶν πατέρα, καὶ τὴν τοῦ ἀγαθοῦ ποιμένος ὑποτρέχοντα χεῖρα τὰ τῶν προβάτων ἐπισημότατα· καὶ ποικιλλομένους ταῖς πολυειδέσιν ἀρεταῖς τοὺς ὑπὸ Χριστῷ γεννωμένους, τονθορύζουσι λέγοντες· «Εἴληφεν Ἰακὼβ πάντα τὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν, καὶ ἐκ τῶν τοῦ πατρὸς ἡμῶν πεποίηκε πᾶσαν τὴν δόξαν ταύτην.» Καὶ ψευδοεποῦσιν οὐδαμῶς. Ἀληθὴς γὰρ ὁ λόγος.
Μετάφραση
Έστειλε, λοιπόν, ο Ιακώβ και κάλεσε τη Ραχήλ και τη Λεία στο λιβάδι, όπου ήταν τα ποίμνια. Και τους είπε: Βλέπω το πρόσωπο του πατέρα σας, ότι δεν είναι απέναντί μου όπως χθες και προχθές. Ο Θεός όμως του πατέρα μου ήταν μαζί μου. Και εσείς οι ίδιες γνωρίζετε ότι δούλεψα τον πατέρα σας με όλη μου τη δύναμη. Ο πατέρας σας όμως με εξαπάτησε και άλλαξε τον μισθό μου των δέκα αμνάδων. Έπειτα λέει: «Και αφαίρεσε ο Θεός όλα τα κτήνη του πατέρα σας και τα έδωσε σε μένα». Διότι, πράγματι, πλούτισε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, σε αμέτρητο πλήθος, συγκεντρώνοντας μέσα στον κόσμο τους δικούς του προσκυνητές. Αυτοί, προσφέροντας την υποταγή τους σε Αυτόν ως λαμπρό ανάθημα αγαθής διάνοιας, ομολογούν λέγοντας: «Εμείς είμαστε λαός της νομής του και πρόβατα της χειρός του». Αλλά τα τέκνα του κόσμου δεν ανέχονται να παραμένουν ήσυχα μπροστά σε αυτά. Καθώς βλέπουν τον πατέρα τους σαν να ληστεύεται, και τα πιο εκλεκτά από τα πρόβατα να προστρέχουν στο χέρι του αγαθού ποιμένα, και όσους γεννιούνται υπό τον Χριστό να στολίζονται με πολυποίκιλες αρετές, γογγύζουν λέγοντας: «Πήρε ο Ιακώβ όλα τα υπάρχοντα του πατέρα μας, και από τα αγαθά του πατέρα μας απέκτησε όλη αυτή τη δόξα». Και δεν λένε καθόλου ψέματα. Διότι ο λόγος είναι αληθινός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες