Μετὰ τοῦτο γὰρ, φησὶν, ὄψομαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· ἴσως γὰρ, φησὶ, προσδέξεται τὸ πρόσωπόν μου. Καὶ προεπορεύετο τὰ δῶρα κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ. Ἀλλ᾽ ὅρα μοι ἐνταῦθα πάλιν τοῦ Θεοῦ τὴν ἄφατον φιλανθρωπίαν, καὶ ὅπως ἀεὶ καταλλήλως τὴν οἰκείαν πρόνοιαν ἐνδείκνυται. Ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ Λάβαν, ἐπειδὴ ὁ δίκαιος οὐδὲν τοιοῦτον ὑπώπτευεν, οὐδὲ ᾔδει ὅτι πάντως αὐτὸν καταλήψεται ὁ Λάβαν μετὰ πολλῆς τῆς ὁρμῆς ἐπὶ τὸ ἀμύνασθαι τὸν δίκαιον τῆς λάθρα γενομένης ἀναχωρήσεως ἕνεκα, τῷ Λάβαν ἐπιφανεὶς καταστέλλει αὐτοῦ τὴν ὁρμὴν, καὶ ἐντέλλεται μηδὲν τῷ Ἰακὼβ μηδὲ ἐν ῥήμασι λυπηρὸν ἀποκρίνασθαι· Μὴ λαλήσῃς γὰρ, φησὶ, μετὰ Ἰακὼβ πονηρόν· καὶ τοῦτο ᾠκονόμει διὰ τῆς ἐκείνου γλώττης γνώριμον γενέσθαι τῷ δικαίῳ, ἵνα μαθὼν τὴν περὶ αὐτὸν γεγενημένην οἰκονομίαν θαρσαλεώτερον καταστῇ. Νυνὶ δὲ, ἐπειδὴ ὁ ἀδελφὸς μὲν ὑπὸ τοῦ χρόνου λωφήσας ἦν, καὶ τὸν θυμὸν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν παύσας τὴν κατὰ τοῦ Ἰακὼβ, οὗτος δὲ ἐναγώνιος ἦν, δεδοικὼς καὶ τρέμων τοῦ ἀδελφοῦ τὴν συντυχίαν, ὁ ἀγαθὸς Δεσπότης οὐκ ἔτι τῷ Ἡσαῦ ἐντέλλεται· οὐδὲ γὰρ ἐβουλεύετό τι κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ· ἀλλὰ τὸν δίκαιον παραμυθεῖται. Μετὰ γὰρ τὸ ἀποστεῖλαι, φησὶ, τοὺς τὰ δῶρα ἀποκομίζοντας, καθευδήσας, φησὶ, καὶ Ἀναστὰς ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ, διήγαγε τὰς δύο γυναῖκας καὶ τὰ παιδία τὴν διάβασιν τοῦ Ἰαβώχ· καὶ ἔλαβεν αὐτοὺς, καὶ διέβη τὸν χειμάῤῥουν.
Μετάφραση
«Διότι μετά από αυτό», λέει, «θα δω το πρόσωπό του· επειδή ίσως», λέει, «θα δεχθεί το πρόσωπό μου». Και τα δώρα προπορεύονταν μπροστά του. Αλλά πρόσεξέ μου εδώ πάλι την άφατη φιλανθρωπία του Θεού, και πώς πάντοτε με κατάλληλο τρόπο επιδεικνύει τη δική Του πρόνοια. Διότι στην περίπτωση του Λάβαν, επειδή ο δίκαιος δεν υποπτευόταν τίποτα τέτοιο, ούτε γνώριζε ότι οπωσδήποτε θα τον προλάβαινε ο Λάβαν με πολλή ορμή για να εκδικηθεί τον δίκαιο εξαιτίας της κρυφής αναχώρησής του, ο Θεός, αφού εμφανίστηκε στον Λάβαν, καταστέλλει την ορμή του, και του δίνει εντολή να μην πει στον Ιακώβ απολύτως τίποτα το λυπηρό ούτε καν με λόγια. «Διότι πρόσεξε», λέει, «να μη μιλήσεις στον Ιακώβ με κακό τρόπο»· και αυτό το οικονόμησε, ώστε να γίνει γνωστό στον δίκαιο μέσω του στόματος εκείνου, προκειμένου, αφού μάθει την οικονομία που εκδηλώθηκε γι' αυτόν, να αποκτήσει μεγαλύτερο θάρρος. Τώρα όμως, επειδή ο αδελφός του είχε καταπραϋνθεί από την πάροδο του χρόνου και είχε παύσει τον θυμό και την αγανάκτηση εναντίον του Ιακώβ, ενώ αυτός βρισκόταν σε αγωνία, φοβούμενος και τρέμοντας τη συνάντηση με τον αδελφό του, ο αγαθός Δεσπότης δεν δίνει πλέον εντολή στον Ησαύ· διότι εκείνος δεν σχεδίαζε κάτι εναντίον του αδελφού του· αντίθετα, παρηγορεί τον δίκαιο. Διότι, αφού έστειλε, λέει, αυτούς που μετέφεραν τα δώρα, και αφού κοιμήθηκε, λέει, «σηκώθηκε εκείνη τη νύχτα και πέρασε τις δύο γυναίκες και τα παιδιά από το πέρασμα του Ιαβώκ· και τους πήρε, και διέσχισε τον χείμαρρο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες