δʹ. Παλαίσας ὁ Ἰακὼβ καὶ νενικημένος, καὶ παθὼν ἐν σκότῳ τὴν νάρκωσιν, τὴν ἐν μηρῷ δηλονότι, λοιπὸν ἀντέχεται τοῦ παλαίοντος ὡς εἰρηνικῶς, διαυγάζοντος φωτὸς, καὶ ὄρθρου λοιπὸν ἤδη γεγονότος· ἐξεβιάζετο δὲ ὥσπερ εἰς εὐλογίας αὐτὸν, καὶ δὴ καὶ ηὐλόγηται· μετωνόμασται γὰρ Ἰσραήλ. Ἀντεξάγων γὰρ ὥσπερ ὁ Ἰσραὴλ τῷ Ἐμμανουὴλ τὸ ἀπειθὲς καὶ δυσάγωγον, πλὴν ὡς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ σκότῳ, τῷ τῆς ἀμαθίας, φημί. Πεπώρωτο γάρ· ἐπέγνω μόλις ἀνίσχοντος καὶ αὐτῷ κατὰ νοῦν τοῦ θείου φωτός.
Μετάφραση
δ'. Ο Ιακώβ, αφού πάλεψε και νικήθηκε, και αφού υπέστη μέσα στο σκοτάδι τη νάρκωση, δηλαδή την εξάρθρωση στον μηρό, στη συνέχεια προσκολλάται ειρηνικά πλέον σε εκείνον με τον οποίο πάλευε, καθώς το φως διαύγαζε και είχε ήδη ξημερώσει. Τον εξανάγκαζε μάλιστα, τρόπον τινά, να τον ευλογήσει, και πράγματι ευλογήθηκε, διότι μετονομάστηκε σε Ισραήλ. Επειδή ο Ισραήλ αντιτάσσει, θα λέγαμε, απέναντι στον Εμμανουήλ την απείθεια και τον δύστροπο χαρακτήρα του, αλλά όντας μέσα στην άγνοια και στο σκοτάδι, εννοώ αυτό της αμάθειας. Διότι είχε πωρωθεί και τον αναγνώρισε μόλις ανέτειλε και στον δικό του νου το θείο φως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες