Ταῦτα δὴ καὶ Ἀμμώνιος ὁ Ἀλεξανδρεὺς πρὸς τὸν Ἁλικαρνασέα γράφων φησίν, ὅτι, Εἰ ὑπὲρ ἄνθρωπον κατὰ πάντα τρόπον ἠβούλετο ὁ Χριστὸς γνωρισθῆναι καὶ κηρυχθῆναι τὸ σῶμα αὐτοῦ, τί ὅλως ἦν χρεία γυναικὸς καὶ μήτρας Μαρίας; τίς ἦν χρεία ἐνναμηνιαίου ἐν γαστρὶ οἰκήσεως; Ὁ γὰρ τὸν Ἀδὰμ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ποιήσας ἄνευ γυναικὸς καὶ μήτρας καὶ τόκου ἠδύνατο καὶ ἑαυτῷ κατασκευάσαι ἄνθρωπον καὶ οἰκῆσαι εἰς αὐτὸν καὶ ἐπιδημῆσαι ἐν κόσμῳ. Πάλιν δέ, εἰ μὴ ὁμοιωθῆναι ἡμῖν ἠβούλετο κατὰ τὴν σάρκα δίχα μόνης τῆς ἁμαρτίας κατὰ πάντα τρόπον, διὰ τί μὴ ἀστρῷον σῶμα ἠμφιάσατο ἢ ἡλιόμορφον ἢ κρυσταλλοειδὲς καὶ λάμπον, οἷον ἦν τὸ πρόσωπον τοῦ Ἀδάμ, ὅτε γέγονε, καὶ τὸ πρόσωπον Μωϋσέως ἐν τῷ ὄρει Σινᾶ; Ὡς γὰρ θεὸς αὐτῶν ὑπάρχων λαμπροτέραν ἐκείνων μορφὴν ἐνδείξασθαι καὶ ἔχειν ὀφείλει πρὸς τὸ πιστωθῆναι τῷ κόσμῳ, ὅτι θεὸς ὑπάρχει. Διὰ τί δὲ οὐχ ὡράθη καὶ ἡμῖν καὶ συνανεστράφη, ὡς ὡράθη καὶ συνανεστράφη τῷ Ἀδὰμ μὴ ἐσθίων, μὴ πίνων, μὴ κοιμώμενος, μὴ κοπιῶν, μὴ πτύων, μὴ δακρύων, μὴ πάσχων; Ὁ γὰρ τὸν Ἀδὰμ μὴ πτοήσας, μηδὲ καταπλήξας ἐν τῷ συνδιάγειν αὐτῷ ἠδύνατο καὶ ἡμῖν ὁμοίως ἐπιφανῆναι, καθὰ πάλιν καὶ τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ Ἰακὼβ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον ὡράθη καὶ οὐκ ἐπάταξεν αὐτόν. Ὁμοίως καὶ οἱ προφῆται καὶ ὁ Ναβουχοδονοσὸρ καὶ Μωϋσῆς καὶ ἄλλοι μυρίοι ὀπτασίαν δίχα σώματος ἑωράκασι θεοῦ· οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις ὄψεται Χριστὸν ἐρχόμενον ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· καὶ τοῖς ἀποστόλοις δὲ ἐν ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ ὢν μετὰ τὴν αὑτοῦ ἀνάστασιν συνηυλίσθη ἐπὶ ἡμέρας τεσσαράκοντα. Διὰ τί οὖν μὴ ἐν ἀγγελικῇ φύσει ἐφάνη τῷ κόσμῳ, ἀλλ’ ἐν φθαρτῇ καὶ θνητῇ καὶ ῥευστῇ σαρκί;
Μετάφραση
Τα ίδια ακριβώς λέγει και ο Αμμώνιος ο Αλεξανδρεύς, γράφοντας προς τον Αλικαρνασσέα, ότι: Αν ο Χριστός ήθελε το σώμα του να γίνει γνωστό και να κηρυχθεί με κάθε τρόπο ως υπεράνθρωπο, ποια ανάγκη υπήρχε γενικά γυναίκας και της μήτρας της Μαρίας; Ποια ανάγκη υπήρχε εννεάμηνης παραμονής στην κοιλία; Διότι εκείνος που έφερε τον Αδάμ από το μη ον στο είναι, χωρίς γυναίκα και μήτρα και τοκετό, μπορούσε και για τον εαυτό του να κατασκευάσει άνθρωπο και να κατοικήσει μέσα του και να επιδημήσει στον κόσμο. Και πάλι, αν δεν ήθελε να ομοιωθεί με εμάς κατά τη σάρκα με κάθε τρόπο, εκτός μόνο από την αμαρτία, γιατί δεν περιβλήθηκε σώμα αστρόμορφο ή ηλιόμορφο ή κρυσταλλοειδές και λαμπρό, όπως ήταν το πρόσωπο του Αδάμ όταν δημιουργήθηκε και το πρόσωπο του Μωυσέως στο όρος Σινά; Διότι, ως Θεός τους που ήταν, όφειλε να δείξει και να έχει μορφή λαμπρότερη από εκείνην, ώστε να πεισθεί ο κόσμος ότι είναι Θεός. Και γιατί δεν φάνηκε και σε εμάς και δεν συναναστράφηκε μαζί μας, όπως φάνηκε και συναναστράφηκε με τον Αδάμ, χωρίς να τρώει, χωρίς να πίνει, χωρίς να κοιμάται, χωρίς να κοπιάζει, χωρίς να φτύνει, χωρίς να δακρύζει, χωρίς να πάσχει; Διότι εκείνος που, ζώντας μαζί με τον Αδάμ, δεν τον φόβισε ούτε τον καταπληξε, μπορούσε να φανεί και σε εμάς κατά τον ίδιο τρόπο, όπως πάλι φάνηκε πρόσωπο προς πρόσωπο και στον Αβραάμ και στον Ιακώβ, χωρίς να τους πατάξει. Ομοίως και οι προφήτες και ο Ναβουχοδονόσορ και ο Μωυσής και άλλοι μυρίοι έχουν δει οπτασία του Θεού χωρίς σώμα· και όχι μόνο αυτό, αλλά και ολόκληρη η φύση των ανθρώπων θα δει τον Χριστό να έρχεται με τη δόξα του Πατέρα του· και στους αποστόλους επίσης, αφού ήταν πλέον σε αφθαρσία και αθανασία μετά την ανάστασή του, διέμεινε μαζί τους επί σαράντα ημέρες. Γιατί λοιπόν δεν φανερώθηκε στον κόσμο με αγγελική φύση, αλλά με σάρκα φθαρτή και θνητή και ρευστή;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιγʹ Συζήτησις περὶ τῶν χρήσεων τῶν πατέρων, ὧν προφέρουσιν ἡμῖν οἱ σευήρου κατὰ τῆς συνόδου Χαλκηδόνος, καὶ ἐπίλυσις αὐτῶν εὐσεβής