Ἐπειδὴ γὰρ ἔδει τῆς Μεσοποταμίας ἀπαίροντα, καὶ εἰς γῆν Χαναὰν ἀποτρέχοντα, διὰ μέσης ἰέναι τῆς Σηεὶρ, ἐν ᾗ κατῴκησεν Ἡσαῦ, περιδεὴς δὲ ἄγαν ἦν. Οὐ γὰρ ἠγνόει λελυπηκὼς τῆς τε εὐλογίας ἕνεκα, καὶ αὐτῶν δὲ τῶν πρωτοτοκίων. Τίνα δὲ τρόπον τὴν ἐπὶ τούτοις λύπην ἀπεσκευάζετο, καὶ εἰς ἀγάπην καὶ ἡμερότητα καθίστη τὸν ἀδελφὸν, πῶς οὐκ ἄξιον ἐδεῖν, καὶ πρός γε τούτῳ θαυμάσαι; Γέγραπται τοίνυν· «Ἀπέστειλε δὲ Ἰακὼβ ἀγγέλους ἔμπροσθεν αὐτοῦ πρὸς Ἡσαῦ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς γῆν Σηεὶρ, εἰς χώραν Ἐδὼμ, καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς, λέγων· Οὕτως ἐρεῖτε τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ· Οὕτως λέγει ὁ παῖς σου Ἰακώβ· Μετὰ Λάβαν παρῴκησα, καὶ ἐχρόνισα ἕως τοῦ νῦν· καὶ ἐγένοντό μοι βόες, καὶ ὄνοι, καὶ πρόβατα, καὶ παῖδες καὶ παιδίσκαι. Καὶ ἀπέστειλα ἀγγεῖλαι τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ, ἵνα εὕρῃ ὁ παῖς σου χάριν ἐναντίον σου.
Μετάφραση
Επειδή, λοιπόν, έπρεπε, αναχωρώντας από τη Μεσοποταμία και κατευθυνόμενος στη γη Χαναάν, να περάσει μέσα από τη Σηείρ, όπου κατοικούσε ο Ησαύ, ήταν πάρα πολύ φοβισμένος. Διότι δεν αγνοούσε ότι τον είχε πικράνει εξαιτίας της ευλογίας, αλλά και αυτών των ίδιων των πρωτοτοκίων. Το με ποιον τρόπο, όμως, εξάλειψε τη λύπη για αυτά, και οδήγησε τον αδελφό του σε αγάπη και ημερότητα, πώς δεν αξίζει να το δούμε και, επιπλέον, να το θαυμάσουμε; Είναι γραμμένο, λοιπόν: «Έστειλε δε ο Ιακώβ αγγελιαφόρους μπροστά του προς τον αδελφό του τον Ησαύ, στη γη Σηείρ, στη χώρα Εδώμ, και τους έδωσε εντολή, λέγοντας: Έτσι θα πείτε στον κύριό μου τον Ησαύ: Αυτά λέει ο δούλος σου ο Ιακώβ: Κοντά στον Λάβαν παροίκησα και παρέμεινα μέχρι τώρα. Και απέκτησα βόδια, και γαϊδούρια, και πρόβατα, και δούλους, και δούλες. Και έστειλα να το αναγγείλουν στον κύριό μου τον Ησαύ, ώστε να βρει ο δούλος σου χάρη ενώπιόν σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες