Καὶ ἀπέστρεψαν οἱ ἄγγελοι πρὸς Ἰακὼβ, λέγοντες· Ἤλθομεν πρὸς τὸν ἀδελφόν σου Ἡσαῦ, καὶ ἔρχεται εἰς συνάντησιν, καὶ τετρακόσιοι ἄνδρες μετ᾽ αὐτοῦ. Ἐφοβήθη δὲ Ἰακὼβ σφόδρα, καὶ ἠπορεῖτο. Καὶ διεῖλε τὸν λαὸν τὸν μεθ᾽ ἑαυτοῦ, καὶ τοὺς βόας, καὶ τὰ πρόβατα εἰς δύο παρεμβολάς. Καὶ εἶπεν Ἰακώβ· Ἐὰν ἔλθῃ Ἡσαῦ εἰς παρεμβολὴν μίαν, καὶ ἐκκόψῃ αὐτὴν, ἔσται ἡ παρεμβολὴ ἡ δευτέρα εἰς τὸ σώζεσθαι. Εἶπε δὲ Ἰακώβ· Ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἀβραὰμ, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἰσαὰκ, Κύριε, ὁ εἰπών μοι, Ἀπότρεχε εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεώς σου, καὶ εὖ σε ποιήσω, ἱκανούσθω μοι ἀπὸ πάσης δικαιοσύνης, καὶ ἀπὸ πάσης ἀληθείας, ἧς ἐποίησας τῷ παιδί σου. Ἐν γὰρ τῇ ῥάβδῳ μου ταύτῃ διέβην τὸν Ἰορδάνην, νυνὶ δὲ γέγονα εἰς δύο παρεμβολάς. Ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἡσαῦ, ὅτι φοβοῦμαι ἐγὼ αὐτὸν, μή ποτε ἐλθὼν πατάξῃ με, καὶ μητέρα ἐπὶ τέκνοις. Σὺ δὲ εἶπας· Καλῶς σε ποιήσω, καὶ θήσω τὸ σπέρμα σου ὡς τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, καὶ οὐκ ἀριθμηθήσεται ἀπὸ τοῦ πλήθους.» Συνιεῖς ὅπως ὑποτρέχει θωπικῶς τὸν Ἡσαῦ, μόνον δὲ οὐχὶ περισαίνει λελυπημένον, καὶ ὑποκλέπτειν πειρᾶται διά γε τοῦ χρηστοεπεῖν τὸ ἀκρατὲς τῆς ὀργῆς.
Μετάφραση
Και επέστρεψαν οι αγγελιοφόροι στον Ιακώβ, λέγοντας: «Πήγαμε στον αδελφό σου τον Ησαύ, και έρχεται να σε συναντήσει, και τετρακόσιοι άνδρες μαζί του». Και ο Ιακώβ φοβήθηκε πάρα πολύ και περιήλθε σε αμηχανία. Και χώρισε τον λαό που ήταν μαζί του, και τα βόδια, και τα πρόβατα σε δύο στρατόπεδα. Και είπε ο Ιακώβ: «Εάν έρθει ο Ησαύ στο ένα στρατόπεδο και το καταστρέψει, το δεύτερο στρατόπεδο θα διασωθεί». Είπε έπειτα ο Ιακώβ: «Ο Θεός του πατέρα μου Αβραάμ, και ο Θεός του πατέρα μου Ισαάκ, Κύριε, που μου είπες: “Επίστρεψε στη γη της γέννησής σου, και θα σε ευεργετήσω”, ας μου είναι αρκετή η κάθε δικαιοσύνη και η κάθε αλήθεια που έδειξες στον δούλο σου. Διότι μόνο με το ραβδί μου διέσχισα αυτόν τον Ιορδάνη, ενώ τώρα έχω γίνει δύο στρατόπεδα. Λύτρωσέ με από το χέρι του αδελφού μου του Ησαύ, διότι τον φοβάμαι, μήπως έρθει και χτυπήσει εμένα, καθώς και τη μητέρα μαζί με τα παιδιά. Εσύ όμως είπες: “Θα σε ευεργετήσω, και θα κάνω το σπέρμα σου σαν την άμμο της θάλασσας, η οποία δεν θα μπορεί να μετρηθεί εξαιτίας του πλήθους”». Κατανοείς πώς προσεγγίζει κολακευτικά τον Ησαύ, και σχεδόν τον καλοπιάνει υποτελικά ενώ εκείνος είναι πικραμένος, και προσπαθεί να κατευνάσει, μέσω των καλών του λόγων, την ακράτητη οργή του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες