Ἐφοβήθη γὰρ, φησὶν, Ἰακὼβ, καὶ διηπορεῖτο. Ὁ φόβος αὐτοῦ τὴν διάνοιαν διετάρασσε, καὶ οὐκ ᾔδει τὸ τί πράξει, ἀλλ᾽ ἐν ἀπορίᾳ ἐγεγόνει· διὸ ὡς περὶ τοῦ παντὸς δεδοικὼς, καὶ τὸν θάνατον πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων, Διαιρεῖ εἰς δύο παρεμβολὰς πάντα τὸν λαὸν τὸν μετ᾽ αὐτοῦ. Εἶπε γὰρ, φησίν· Ἐὰν ἔλθῃ εἰς παρεμβολὴν μίαν καὶ κόψῃ αὐτὴν, ἡ δευτέρα ἔσται εἰς τὸ σώζεσθαι. Ταῦτα μὲν ὁ φόβος ὑπηγόρευσε καὶ ἡ πολλὴ δειλία. Ὁρῶν δὲ ἑαυτὸν ὡς ἐν δικτύοις ἀπειλημμένον, ἐπὶ τὸν ἄμαχον Δεσπότην καταφεύγει, καὶ τὰς ὑποσχέσεις τὰς εἰς αὐτὸν γεγενημένας ἀπαιτεῖ παρὰ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ, μονονουχὶ λέγων πρὸς αὐτόν· Νῦν ἥκει καιρὸς, ἐν ᾧ καὶ διὰ τὴν τῶν προγόνων ἀρετὴν, καὶ διὰ τὴν παρὰ σοῦ γεγενημένην ὑπόσχεσιν δίκαιος ἂν εἴην ἁπάσης ἀπολαῦσαι συμμαχίας. Εἶπε γὰρ, φησὶν, Ἰακώβ· Ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἀβραὰμ, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἰσαὰκ, σὺ, φησὶν, ὁ Θεὸς, ὁ εἰπών μοι· Ἀπότρεχε εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεώς σου· ὁ ἀναστήσας με, φησὶν, ἀπὸ τῆς ξένης, καὶ προστάξας ἐπανελθεῖν πρὸς τὸν πατέρα τὸν ἴδιον καὶ εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεως· Ἱκανούσθω μοι ἀπὸ πάσης δικαιοσύνης, καὶ ἀληθείας, ἧς ἐποίησας τῷ παιδί σου. Ἀρκείσθω, φησὶ, πρὸς τὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος καιροῦ συμμαχίαν.
Μετάφραση
Διότι φοβήθηκε, λέει, ο Ιακώβ, και περιήλθε σε αμηχανία. Ο φόβος του τάραζε τον νου, και δεν γνώριζε τι να πράξει, αλλά βρισκόταν σε απόγνωση· γι' αυτό, επειδή φοβόταν για τα πάντα και είχε τον θάνατο προ των οφθαλμών του, χωρίζει σε δύο στρατόπεδα όλο τον λαό που βρισκόταν μαζί του. Διότι είπε, λέει: Εάν έλθει στο ένα στρατόπεδο και το καταστρέψει, το δεύτερο θα διασωθεί. Αυτά βέβαια του τα υπαγόρευσε ο φόβος και η μεγάλη δειλία. Βλέποντας όμως τον εαυτό του σαν να έχει εγκλωβιστεί σε δίχτυα, καταφεύγει στον ακαταμάχητο Δεσπότη, και ζητά από τον Θεό των όλων την εκπλήρωση των υποσχέσεων που του είχε δώσει, λέγοντάς Του σχεδόν: Τώρα έφτασε ο καιρός, κατά τον οποίο, και ένεκα της αρετής των προγόνων μου και ένεκα της δικής Σου υπόσχεσης, είναι δίκαιο να απολαύσω την πλήρη συμμαχία Σου. Διότι είπε, λέει, ο Ιακώβ: Ο Θεός του πατέρα μου Αβραάμ, και ο Θεός του πατέρα μου Ισαάκ, Εσύ, λέει, ο Θεός που μου είπες: Επίστρεψε στη γη όπου γεννήθηκες· Εσύ που με σήκωσες, λέει, από την ξενιτιά, και με πρόσταξες να επανέλθω στον πατέρα μου και στη γη όπου γεννήθηκα· ας μου αρκέσει από κάθε δικαιοσύνη και αλήθεια, την οποία έδειξες στον δούλο Σου. Ας σταθεί επαρκής, λέει, ώστε να μου προσφερθεί η συμμαχία Σου στην παρούσα περίσταση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες